Στις Σκιές του έρωτα – Επισκόπηση ενοτήτων (4)

Σημείωση
     ** Ό,τι επιλέχθηκε για επισκόπηση σε κάθε μία από τις αναρτήσεις της κατηγορίας αυτής, ΔΕΝ συνιστά ένα ολοκληρωμένο κείμενο με συνέχεια και οργανωμένη πληροφορία, εφόσον πρόκειται για αποσπάσματα.
     ** Ο στόχος των αποσπασμάτων είναι μόνο να πάρει ο ενδιαφερόμενος μία “γεύση” όχι μόνο της κατά βάση υπαρξιακής προσέγγισης του έρωτα στο συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά και του ύφους με το οποίο παρουσιάζεται η εν λόγω προσέγγιση. 
     ** Στο σύνολο των αναρτήσεων 1, 2, 3, 4 με επιλογές από τις ενότητες του βιβλίου, καλύπτονται 80 από τις 460 συνολικά σελίδες του.
     ** Στα αποσπάσματα υπάρχουν ενδεικτικά μόνον ελάχιστα Παραθέματα, ενώ στο βιβλίο, κάθε ενότητα ακολουθείται και από ένα Παράθεμα (238 συνολικά)


Αποσπάσματα από τα Κεφάλαια 9, 10, 11, 12, 13 και τον Επίλογο
** Ο Πίνακας Περιεχομένων του βιβλίου


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ
Έρωτας, Πλάτων, χριστιανισμός / Ο 1ος Αντίλογος των «αιρετικών»

Θεωρώ ότι μία από τις βασικές πηγές των χιλίων και μίας παρανοήσεων γύρω από την εννοιολογική παλέτα του έρωτα, είναι η εξής σε πολλές προσεγγίσεις, υπάρχουν άμεσες ή έμμεσες, αλλά πάντα καθοριστικότατες, επιδράσεις των ιδεών του Πλάτωνα για τον έρωτα, κυρίως όπως μετουσιώθηκαν στις εκχριστιανισμένες εκδοχές τους.

Σε αυτό το Κεφάλαιο, πρώτα θα αναφερθούμε επιγραμματικά στον πυρήνα των πλατωνικών ιδεών για τον έρωτα· στη συνέχεια, θα μας απασχολήσει το πώς φίλτραρε τις εν λόγω ιδέες η χριστιανική σκέψη, ώστε να τις καταστήσει μεταβολίσιμες στο δόγμα της.
Έτσι, θα δημιουργηθεί η βάση για να δούμε στη συνέχεια πώς ξεπηδούν σήμερα τόσες και τόσες χαρακτηριστικές (και, κατά τη γνώμη μου, συχνά πολύ περιοριστικές) αντιλήψεις για τη φύση αυτού του θυελλώδους βιώματος. 

108 Ο πλατωνικός κόσμος των ιδεών 

Ο Πλάτων θεωρεί ότι πέρα από τον κόσμο των συνηθισμένων εμπειριών μας, τον οποίο γνωρίζουμε μέσω των αισθήσεων, υπάρχει ένας κόσμος ιδεών. Πίσω από κάθε έννοια βρίσκεται μια ιδέα, η οποία είναι μια «ουσία» ακίνητη, άφθαρτη και αιώνια – τα πράγματα του αισθητού κόσμου είναι ομοιώματα των εν λόγω ιδεών.
Η ψυχή θεωρείται αόρατη και αθάνατη, αιτία και φορέας της ζωής· καθώς προϋπάρχει σε ασώματη κατάσταση, κατέχει την αληθινή γνώση της ουσίας των πραγμάτων, δηλαδή των ιδεών. Με την ενσωμάτωσή της, όμως, λησμόνησε αυτήν τη γνώση. 

Τα στάδια εξέλιξης του έρωτα (οι πλατωνικοί «αναβαθμοί»), είναι τα εξής:

* Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο ερών αρχικά προσηλώνεται σε ένα όμορφο νεαρό αρσενικό σώμα και προσπαθεί να εμπνεύσει στον νέο ωραίες ιδέες· αυτό όμως είναι μόνο το πρώτο στάδιο, γιατί, σε κάποια στιγμή, αντιλαμβάνεται κάτι σημαντικό: ότι το σωματικό κάλλος, εφόσον είναι κοινό γνώρισμα πολλών ωραίων σωμάτων, είναι κάτι ενιαίο. Οπότε, η ομορφιά ενός συγκεκριμένου προσώπου δεν είναι παρά μια αντανάκλαση της ασύλληπτης ομορφιάς ενός υπερβατικού κόσμου. 

* Κι έτσι, ο έρωτας που γέννησε η προσκόλληση σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αποσυνδέεται από αυτό το πρόσωπο. Είναι σαν ο ερών να ερωτεύεται όλους τους ωραίους νέους ενώ, αν χρειαστεί, αποστασιοποιείται από τον αρχικό εμπνευστή του έρωτα, ο οποίος, στην ουσία, είναι απρόσωπος· είναι ο σπινθήρας, ο καταλύτης για την ανάβαση στον απρόσωπο κόσμο των ιδεών, τον κόσμο του καθαρού πνεύματος και μιας ομορφιάς άφθαρτης, απόλυτης, άρα και μη περαιτέρω εξελίξιμης. 

* Στη συνέχεια, ο ερών κατανοεί την ανωτερότητα της ομορφιάς της ψυχής εν συγκρίσει με την ομορφιά του σώματος και απευθύνεται πλέον στην όμορφη ψυχή ακόμα και ενός μη θελκτικού νέου. 

* Σε επόμενο βήμα, ο μυούμενος στον έρωτα στρέφεται από το κάλλος της ψυχής στο κάλλος της πράξης της ζωής και των επιστημών. 

* Κι έτσι, καθώς τελικά εισέρχεται σε ένα απέραντο πεδίο ομορφιάς, δεν δεσμεύεται πλέον από την έλξη που ασκεί ένα συγκεκριμένο όμορφο άτομο ή τα πράγματα του αισθητού συνηθισμένου κόσμου. 

Μία ακόμα πλατωνική σκέψη σχετική με τον έρωτα, είναι η εξής:
Κάποτε, οι άνθρωποι ήμασταν ανδρόγυνα όντα: δύο πρόσωπα, δύο γεννητικά όργανα και οκτώ άκρα. Οι θεοί όμως φοβήθηκαν τη δύναμή μας και ο Δίας έριξε κεραυνό που μας χώρισε στα δύο. Έκτοτε, είμαστε μισοί και θέλουμε να γίνουμε ολόκληροι· αναζητώντας την ολοκλήρωση στο άλλο μας μισό, ουσιαστικά επιδιώκουμε να αποκαταστήσουμε την πρωταρχική μας ενότητα.
Η ένταση της ανάγκης μας να ολοκληρωθούμε επιστρέφοντας στην πρωταρχική ολότητα, συνδεόμενοι και πάλι με το άλλο μας μισό, είναι ο έρωτας.

111 Ο εκχριστιανισμός του έρωτα

Γενικότερα, παρατηρούμε ότι η αρχαιοελληνική πνευματικότητα του έρωτα αποκτά χριστιανική υφή, όταν ο πλατωνικός κόσμος του ιδεατού κάλλους και των ιδεών μετονομάζεται σε «Θεό».
Στις εν λόγω θεωρήσεις, βασικό στοιχείο του εκχριστιανισμένου έρωτα είναι ο διαχωρισμός του από τη σαρκική του βάση και την ηδονή. Στην πνευματική αυτή θέαση του έρωτα ως κίνησης και ορμής για ένωση με τον Θεό, μέσα στο γενικότερο κανάλι της χριστιανικής αγάπης, η σύνδεση του έρωτα με το σαρκικό στοιχείο θεωρείται το κατώτερο στάδιο μιας εξελικτικής διαδρομής.

113 Αντίλογος 1ος: οι «αιρετικοί της αγάπης» και
            ο εκχριστιανισμένος (μετα-πλατωνικός) έρωτας

Η σημασία των εννοιών «υπέρβαση» και «πνευματικότητα»
Όσον αφορά την έννοια της υπέρβασης, θεωρώ ότι αυτή αναφέρεται σε μια πορεία σύνδεσης με κάτι υπερπροσωπικό, με κάτι που ξεπερνά την ατομική σύνδεση, συνεπώς η πορεία αυτή έχει μια κάθετη διάσταση.
Όμως, για μένα, η υπέρβαση μπορεί να νοηθεί τόσο κάθετα, όσο και οριζόντια.
* Κάθετη
εννοώ την υπέρβαση που στοχεύει στη σύνδεση με κάτι ποιοτικά και ηθικά ανώτερο από εμένα.
* Οριζόντια
είναι η υπέρβαση της ατομικής μου ύπαρξης, προκειμένου να συνδεθώ με κάτι απλώς περισσότερο από εμένα.

* Όταν η υπέρβαση είναι κάθετη, θαρρώ ότι είναι τότε που συνήθως μιλούμε για «πνευματικότητα», εισάγοντας ένα στοιχείο προσωπικής ανάπτυξης, ανοδικής εξέλιξης, βελτίωσης, ολοκλήρωσης, αφού συνδέομαι με μια καθ’ όλα ανώτερη ποιότητα οντολογικά.
* Όταν η υπέρβαση είναι οριζόντια, απλώς προσανατολίζεται σε κάτι άλλο με το οποίο σχετιζόμαστε, απαρτίζοντας έτσι ένα ευρύτερο όλον μαζί του – κάτι περισσότερο από ό,τι ήμασταν προτού σχετιστούμε. 

Ας πούμε, η πορεία της αναζήτησης μιας σύνδεσης με τον Θεό είναι κάθετη, αφού ο Θεός αξιωματικά είναι το ανώτατο ον – άρα αυτή η υπέρβαση είναι μια πνευματική πορεία· η σύνδεση με έναν αγαπημένο φίλο είναι μια διαδρομή που πάλι ξεπερνά την ατομικότητά μας, αλλά είναι οριζόντια και χωρίς κανένα ηθικό στοιχείο «βελτίωσης» ως στόχο της, παρά μόνο την πραγμάτωση μιας όμορφης σχέσης. 

113β Έρωτας αιρετικός και έρωτας χριστιανικός:
          διαφορές στην υπέρβαση και τον προορισμό 

          (1) Οι διαφορετικές υπερβάσεις
Τόσο στον χριστιανικό έρωτα όσο και στον έρωτα που παρουσιάζεται σε αυτές τις σελίδες, έχουμε υπέρβαση και σύντηξη – όμως με πολύ διαφορετικούς τρόπους:
* Στον χριστιανικό έρωτα,
η υπέρβαση είναι κάθετη, προς τα πάνω (εξού και η πνευματική της διάσταση), ενώ η σύντηξη με κάτι που θεωρείται αξιωματικά υπαρκτό, ανώτερο, καλύτερο, επιδιώκεται συνειδητά ως αυτοβελτίωση – αυτό το κάτι είναι η αγάπη για τον Θεό ή, στον Πλάτωνα, το ιδεατό κάλλος. 

* Στον έρωτα των αιρετικών: 
Ι. Η υπέρβαση είναι οριζόντια· δεν νοείται ως κίνηση προς κάποια ηθικά «ανώτερη» και πιο εξελιγμένη σύνδεση με οτιδήποτε ή ως πορεία προς κάποια υποτιθέμενη τελείωση ή ολοκλήρωση προς τα επάνω.
Το μόνο ίσως κοινό σημείο των δύο υπερβάσεων είναι η βαθύτερη ανάγκη διαφυγής από τη θνητότητα και τον θάνατο. Μόνο που στην πρώτη περίπτωση γίνεται με ένα άλμα προς τα άνω, με μια κάθετη υπέρβαση προς την αθανασία που υπόσχεται το ιδεατό κάλλος ή ο Θεός· στη δεύτερη, γίνεται με μια βουτιά οριζόντιας υπέρβασης κατευθείαν «μέσα» στην αθανασία που αποπνέει ο Άλλος.
Άρα, σύμφωνα με την προηγούμενη ενότητα, ο έρωτας σε αυτές τις σελίδες δεν συνοδεύεται από κανένα στοιχείο ή στόχο πνευματικότητας. Η σύντηξη με κάτι άλλο δεν γίνεται με τον Θεό αλλά με τον Άλλον, με κινητήρια δύναμη τη μη συνειδητή ανάγκη της «έσω» επιστροφής σε ένα υποκατάστατο της πρωταρχικής μήτρας που μας γέννησε. 

 ΙΙ. Επιπλέον, δεν υπάρχει στον έρωτα κανένας στόχος αυτοβελτίωσης και καμία ηθική θεώρηση του Άλλου ως καλύτερου, ενάρετου ή ανώτερου· ο Άλλος είναι απλώς ο πανίσχυρος κάτοχος του κέντρου μας και, ως εκ τούτου, ο μαγνήτης που μας έλκει ανελέητα, καθώς κινητοποιούμαστε με στόχο την ανακούφιση από το κυνηγητό με τη Σκιά μας και από τις συνεπακόλουθες υπαρξιακές και επίγειες αγωνίες μας. 

          (2) Οι διαφορετικοί προορισμοί
Τόσο ο αιρετικός όσο και ο χριστιανικός έρωτας είναι κίνηση που οδηγεί «προς» τα κάπου, προς έναν προορισμό. Ωστόσο:
* Στον χριστιανικό έρωτα, 
ο προορισμός είναι απρόσωπος και με την ένωση επιτυγχάνεται η απόλυτη, αιώνια ευτυχία.
Επίσης, ο πόθος για σύντηξη είναι μια πορεία προς κάτι εφικτό και θεωρούμενο «αληθινό», λόγω πίστης – ο έρωτας για τον Θεό ή η γνώση του κόσμου των ιδεών γίνεται στόχος κι εγώ δεν επιστρέφω ποτέ πουθενά, έχοντας αφήσει ανεπιστρεπτί πίσω τη θνητότητά μου.

Η διαδρομή μου είναι σταθερά προς τα «έξω», προς τον Θεό, προς κάτι αιώνιο που υπάρχει πέρα από τις δικές μου προβολές, και θεωρώ ότι, όταν το φτάσω, η διαδρομή μου θα έχει τελειώσει.
Παράλληλα, ο Άλλος διαγράφεται εντελώς ως πρόσωπο· στον έρωτα που έχει ενσωματωθεί στην αγάπη του Θεού, δεν μ’ ενδιαφέρει κανένα ανθρώπινο πρόσωπο: ο ανθρώπινος άλλος εξοστρακίζεται, χάριν της ιδέας αυτού που βιώνω. 

* Στον έρωτα των αιρετικών
Ι. Υπάρχει όντως κίνηση και ασυγκράτητος πόθος για μια ιδεατή σύντηξη με κάτι πέρα από τον εαυτό του ερωτευμένου· μόνο που ο προορισμός του έχει απολύτως συγκεκριμένο πρόσωπο (το οποίο είναι ο ερώμενος) και η ένωση καταλήγει στην ίδια της την αναίρεση, καθώς επέρχεται το τέλος του έρωτα.
Κι είναι αυτό το τέλος που μας φανερώνει ότι η ιδεατή σύντηξη δεν είναι ούτε «αληθινή» ούτε δυνατή – ο έρωτας μας εναποθέτει και πάλι στην αγκαλιά της θνητότητάς μας, στο πεπερασμένο, που είναι και η αφετηρία μας.
Ο έρωτας αυτός έχει ως εγγενές γνώρισμα το πέρας, τον θάνατο, ενώ δεν υπάρχει κάτι το οποίο έρχεται από έξω για να διακόψει την αιωνιότητά του. 

ΙΙ. Η διαδρομή του ερωτευμένου είναι στην ουσία διαδρομή προς τα έσω, γιατί όσα βλέπει στον Άλλον είναι μια δική του κατασκευή. Το άλλο πρόσωπο, ασχέτως αν οι προβολές του ερωτευμένου το καθιστούν πρωταγωνιστή του βιώματος, παραμένει στην εν τω βάθει ουσία του μοχλός, καταλύτης στην πορεία του ερωτευμένου προς τη συνάντηση με την πρωταρχική μήτρα που συνθέτουν οι προβολές του στο σύνολό τους. Ο χριστιανικός έρωτας δείχνει προς τα επάνω, ο έρωτας των αιρετικών προς τα κάτω, με την έννοια του «έσω»: οι προορισμοί είναι διαμετρικά αντίθετοι. 

Μάλιστα, ο εσωτερικός και βαθιά προσωπικός χαρακτήρας της διαδρομής του ερωτευμένου καταδεικνύεται από το γεγονός ότι, ακόμα και αν ο έρωτάς του είναι εντελώς αποκύημα της φαντασίας του ή απλώς ανικανοποίητος, ο ερωτευμένος νιώθει την τρομερή δύναμη του βιώματος. Από αυτήν την άποψη, δεν έχει καμία σημασία που το ορισμένο πρόσωπο του Άλλου, στον πυρήνα του, είναι μια κατασκευή.

113γ Έρωτας αιρετικός και έρωτας χριστιανικός:
διαφορές στην κατάληξη, στην «αξία»   

          (1) Η διαφορετική κατάληξη
Τόσο ο χριστιανικός όσο και ο αιρετικός έρωτας κάπου οδηγούν – αλλά η κατάληξή τους είναι πολύ διαφορετική.
* Ο χριστιανικός έρωτας,
είναι ένας επουράνιος έρωτας που καταλήγει σε εσαεί ομοιογένεια, καθώς τήκομαι μέσα στην αγάπη του Θεού, την παντοδύναμη και αιώνια – υπάρχω ανισότιμα, όπως ένα παιδί αφομοιωμένο εντελώς στη θερμή αγκαλιά του γονιού του. Ακόμα και όταν επιτρέπεται η αγάπη μεταξύ ανθρώπων, αυτό συμβαίνει κάτω από τη σκέπη του Θεού.

* Ο έρωτας των αιρετικών:
καταλήγει είτε σε χωρισμό είτε στην έναρξη μιας σχέσης ανθρώπινης αγάπης. Κι αυτή η ανθρώπινη αγάπη δεν είναι αιώνια, αλλά εύθραυστη και ανελέητα εφήμερη, γιατί πεθαίνει όταν πεθαίνουμε εμείς.
Η αγάπη που ίσως επέλθει μετά το πέρας ενός αιρετικού έρωτα, θα είναι θνητή και θα βασίζεται στην αποδοχή των διαφορών μου με τον άλλον, δηλαδή στην ετερογένεια· γι’ αυτό και αν η αγάπη αυτή βλαστήσει, θα συνυπάρχω με τον άλλον ισότιμα και ισοδύναμα, ως συνοδοιπόρος.
Σε κάθε περίπτωση, ο αιρετικός έρωτας που παρουσιάζεται στο ανά χείρας βιβλίο, είναι εντελώς οριζόντιος: μια καθαρά ανθρώπινη υπόθεση, μεταξύ όντων θνητών, χωρίς κανένα μεταφυσικό, άνωθεν θείο «καπέλο». Επίσης, οι ερωτευμένοι κοιτιούνται μόνο στα δικά τους μάτια· χορταίνουν βλέμματα, χωρίς κανέναν υπέρτατο γονιό να τους επιβλέπει από ψηλά σαν παιδιά του που παίζουν κάποιο ελεγχόμενο από τον ίδιο παιχνίδι. 

          (2) Η διαφορετική «αξία»
Ο χριστιανικός και ο αιρετικός έρωτας αποκτούν πολύ διαφορετικά την όποια αξία τους.
* Ο χριστιανικός έρωτας,
ενωμένος με την αγάπη, εμφανίζεται ως κάτι πνευματικό, ανώτερο, εξελιγμένο, με αυταπόδεικτη ηθική αξία, που μάλιστα νομίζει ότι βάζει τρικλοποδιά στον θάνατο, αφού στην ένωση με τον Θεό υπάρχει αιωνιότητα. 

* Ο έρωτας των αιρετικών
είναι κάτι απολύτως θνητό και πεπερασμένο, ασχέτως αν υπό το πρίσμα της πνευματικής ανέλιξης θεωρείται κάτι χαμηλό, στάσιμο στα πρώτα σκαλοπάτια της προσωπικής ανάπτυξης, αφού στερείται πνευματικότητας.
Για μένα, ο χριστιανικός έρωτας είναι μια άρνηση προσωπικής ευθύνης, μια επικάλυψη που μας βοηθά να αποφύγουμε την οδυνηρή αποδοχή του αναπόφευκτου θανάτου μας. Επίσης, θεωρώ ότι η πνευματικότητα δεν είναι, σε καμία περίπτωση, αντικειμενικά και, κυρίως, υποχρεωτικά αυταπόδεικτος στόχος του ανθρώπου.
Η στροφή προς την πνευματικότητα δεν είναι κάτι αντικειμενικά ανώτερο από το να χαίρομαι που καθαρίζω φασολάκια για να τα μαγειρέψω με λαχταριστή σάλτσα ντομάτας ή να γράφω παθιασμένα ποιήματα στον καλό ή την καλή μου, ακόμα κι αν σπαράζω γνωρίζοντας το εφήμερο ή και το αδύνατον της ένωσής μας. 

113δ Η ψευδαίσθηση της επιστροφής εμού του μισού
         τον υπόλοιπο μισό εαυτό μου  

Όσον αφορά τον ευρέως διαδεδομένο πλατωνικό μύθο του μισού μου που περιπλανιέται στη γη, περιμένοντας μπας και συναντηθεί με το άλλο του μισό, βρίσκω εξαιρετικά επικίνδυνους τους τρόπους με τους οποίους ο μύθος μεταπλάθεται και χρησιμοποιείται σήμερα, προκειμένου να εξυπηρετεί διάφορες θεωρήσεις του έρωτα – συνήθως μελιστάλαχτες και αφελείς.
Ο μύθος αυτός διαπνέεται από άκρατο ιδεαλισμό και εξιδανικεύει τον έρωτα, καθώς τον μεταμφιέζει σε ιδανική «αγάπη». Αλλά οι παγίδες είναι πολλές. 

Πόσο βολικά όμως είναι όλα αυτά… Δεν χρειάζεται εμείς να κάνουμε και πολλά: εναποθέτουμε τα πάντα στον επερχόμενο νυμφίο. Μέχρι τότε, καθόμαστε αναπαυτικά στον καναπέ μας και μελετούμε εμβριθώς τις αναρτήσεις στο Facebook· ξεκοκαλίζουμε στο You Tube τα βιντεάκια περί αυτογνωσίας και του τι σημαίνει έρωτας· αναστενάζουμε κάθε τόσο με καημό που είμαστε μισοί, ενώ ο πρίγκιπας ή η πριγκίπισσα μας περιπλανιέται κάπου στις γειτονιές του κόσμου, κι ο μελλοντικός παράδεισός μας αραχνιάζει ακόμα ακατοίκητος, ενώ ο χρόνος τρέχει, τρέχει, τρέχει αλύπητα. 

113ε Επίλογοςτου 1ου Αντιλόγου: ο κουρελιάρης έρωτας των «αιρετικών» 

Θεωρώ ότι παραχώνοντας τη λέξη «αγάπη» σε αυτό το αυτόνομο φαινόμενο της ψυχικής μας ζωής, τον έρωτα, αδικούμε τόσο την αγάπη όσο και τον έρωτα. Υποτιμούμε και ταυτοχρόνως υποβιβάζουμε τον έρωτα, βλέποντάς τον απλώς ως μια «υποπερίπτωση» ή «λανθασμένη» εκδοχή ή ακόμα και εκτροπή της αγάπης.
Έχω την άποψη ότι και ο έρωτας και η αγάπη είναι εκδηλώσεις της ανάγκης μας για τον Άλλον, αλλά όχι ότι ο πρώτος αποτελεί υποκατηγορία της δεύτερης – όσο σύνθετος και αν είναι ο σκελετός της αγάπης, δεν την καθιστά αυτομάτως ηθικά «καλύτερη». 

Κοντολογίς, αν παίρναμε τον ερωτευμένο, όπως συστήνεται στο βιβλίο αυτό, και τον τοποθετούσαμε ολόκληρον, με τις φρικτές αδυναμίες και τα ποταπά του συναισθήματα επάνω στο φόντο μιας υποχρεωτικής προσωπικής και πνευματικής ανάπτυξης, θα φάνταζε πολύ «φτηνιάρης» κι άλλο τόσο «κουρελιάρης», αφού: 

* Δεν βλέπει ούτε και νοιάζεται για τις διαφορές του με τον Άλλον του – ίσα ίσα, τις καλύπτει περίτεχνα με τις προβολές του.
* Αδιαφορεί παντελώς για οποιαδήποτε φιλοσοφική πρόταση σχετικά με τη φύση του έρωτα.
* Αδυνατεί να προβεί σε οποιαδήποτε αποδοχή και να μεταβεί έτσι σε ένα υψηλό επίπεδο προσωπικής ανάπτυξης (για την οποία επίσης αδιαφορεί βαθύτατα, όσο καίγεται ως ερωτευμένος).
* Χρειάζεται τον Άλλον ίσαμε το τελευταίο κύτταρό του.
* Επιθυμεί λυσσαλέα να αφομοιώσει τον Άλλον και να αφομοιωθεί πλήρως από εκείνον.
* Μεθά βουτηγμένος στην ψευδαίσθηση της απόλυτης ένωσης.
* Δεν ερωτεύεται τον ίδιο τον έρωτα αλλά τον υπέροχο και μεγαλειώδη δικό του Άλλον – τον οποίο και ζηλεύει, συχνά θανάσιμα.
* Ευτυχεί και δυστυχεί, αγωνιά, κάνει στην απελπισία του κάθε είδους μικροπρέπειες και μικροαπατεωνιές για να εξιχνιάσει και να αποκτήσει τον Άλλον.
* Εξαρτάται τραγικά από την τρομερή λαχτάρα του για τον Άλλον (ακόμα και όταν δεν υπάρχει αμοιβαιότητα αισθημάτων).


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ***
Ο απρόσωπος έρωτας και η φυλακή της αγάπης / Ο 2ος και ο 3ος
Αντίλογος των «αιρετικών» 

Όπως ήδη σημείωσα στην εισαγωγή του προηγούμενου Κεφαλαίου, είμαι της άποψης ότι το σημερινό ομιχλώδες τοπίο στα περί των σχέσεών μας, έχει εν πολλοίς τις ρίζες του στις αντανακλάσεις του πλατωνικού έρωτα και του εκχριστιανισμού του ως υποτελούς της αγάπης.
Θεωρώ ότι οι επιδράσεις αυτές εκφράζονται σε δύο κυρίως σημεία:
* Ο έρωτας ταυτίζεται (ή σχεδόν ταυτίζεται) συχνότατα με την αγάπη και, ιδιαίτερα, με τη συντροφική αγάπη στη σύνδεση δύο ανθρώπων, την οποία συνήθως ονομάζουμε «σχέση» (είτε είναι γάμος είτε όχι).
* Ο έρωτας θεωρείται ένα γενικό άνοιγμα προς τα «έξω», προς τη ζωή, προς τον κόσμο· τονίζεται η ζωική δύναμη και η ορμή του, ενώ αγνοείται (ή υποβαθμίζεται) ο πανίσχυρος προσανατολισμός του σε κάποιον συγκεκριμένο άλλον άνθρωπο.
Ας δούμε, σε ό,τι έπεται, τα δύο αυτά σημεία, καθώς και τον Αντίλογο των «αιρετικών της αγάπης». 

114α Όταν η αγάπη γίνεται υποχρέωση 

Για πάρα πολλούς λόγους (βλ. ενότητα 114δ, σ ??), η αγάπη έφτασε στους καιρούς μας να θεωρείται το ύψιστο «θετικό» συναίσθημα.
Παντού, ακούς ότι πρέπει να «αγαπούμε» όλους και όλα, και ότι με τη θέληση και τη θετική μας σκέψη μπορούμε να καταφέρουμε κάτι τέτοιο, αφού είναι της μόδας η αντίληψη ότι η θετική σκέψη επιδρά καθοριστικά στα πράγματα, στον χρόνο, στον θάνατο, στη διαδρομή μας· φυσικά, όλα αυτά όλα αυτά ξεφυτρώνουν εδώ κι εκεί χωρίς καμία επιχειρηματολογία ή απόπειρα εξήγησης, παρά μόνο με αυθαίρετες, αφηρημένες ή μεταφυσικές συνδέσεις που έχουν τον ρόλο υποτιθέμενης τεκμηρίωσης.

Έτσι, η αγάπη μεταμορφώνεται σε έναν ενοχλητικό και συνάμα επικίνδυνο λαϊκισμό.
Επικίνδυνο, γιατί πετούμε στα σκουπίδια το πολυσύνθετο γήινο φαινόμενο που λέγεται «αγάπη» και, με πληθώρα υπεραπλουστεύσεων, κυλιόμαστε μέσα στο μέλι, γευόμαστε μια γλυκερή σούπα υπερβατικής ευδαιμονίας που υποτίθεται ότι φέρνει η αγάπη. Επιπλέον, τη χρησιμοποιούμε ως αντίδοτο, για να εξουδετερώσουμε το αξιομίσητο εγώ μας, το οποίο σκεπάζει το «αληθινό» μας είναι, μας εμποδίζει να εξαϋλωθούμε πνευματικά ενώ, με τα ατομικά γνωρίσματα που συνεπάγεται, μας εμποδίζει να συγχωνευτούμε με όλους τους άλλους και με το σύμπαν. 

Αποδίδουμε στην αγάπη, προκειμένου να μας σώσει από τον ίδιο τον εαυτό μας, ιδιότητες πανάκειας. Βολεύεται η ανάγκη μας να βάζουμε κάτω από το χαλάκι όλα τα «αρνητικά» (δηλαδή, ό,τι τρέμουμε να αντικρίσουμε μέσα μας), και αδρανοποιούμαστε. 

Φτάνουμε έτσι σε μια αγάπη χλιαρή, που ισοπεδώνει τις διαφορές· φτάνουμε σε ένα είδος συναισθηματικού ρατσισμού, που παρεμποδίζει την οποιαδήποτε πιθανότητα ουσιαστικής εξέλιξης της ύπαρξης. 

114β Αγάπη άνευ όρων και ορίων; 

Καθώς η αγάπη σήμερα έφτασε συχνά να είναι μια αφ’ εαυτής αξία, έγινε και ένα πασπαρτού. Αγαπώ ανεπιφύλακτα τον συνάνθρωπό μου ή και όλους τους ανθρώπους (ίσως δε και ολόκληρη την πλάση), αγαπώ τα παιδιά μου, τους γονείς, τους συγγενείς και τους φίλους μου, νοιάζομαι για τη γη, τα ζώα, το σύμπαν. Και η αγάπη αποκτά πλέον και ηθικές αποχρώσεις, καθώς η δόλια τούτη λέξη εύκολα και αψήφιστα εξιδανικεύεται. 

Όποιος αγαπά χρίζεται αξιωματικά «καλός»· μάλιστα, όσο πιο πολύ και πιο πολλούς αγαπά, τόσο πιο καλός είναι, τόσο πιο εύκολα καθίσταται αξιωματικά «εντάξει», «εγκρίνεται». Είμαι αποδεκτός όταν αγαπώ τους άλλους, αλλά κακός ή εγωιστής όταν φροντίζω τα όριά μου και δεν παλεύω να στριμωχτώ στη γιγαντιαία μήτρα ολόκληρης της ανθρωπότητας. 

Επιπλέον, όταν αγαπώ χωρίς όρια κι ερωτήσεις, γίνομαι κι εγώ τιμημένος οδοιπόρος της πνευματικής οδού και της βαθιάς προσωπικής ανάπτυξης – οι οποίες, βέβαια, δεν επηρεάζονται καθόλου από τελευταίας τεχνολογίας κινητά και σωρεία λογαριασμών σε διάφορες πλατφόρμες μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Κι ακόμη, η έλλειψη αγάπης εξηγεί τα δεινά της ανθρωπότητας· εξού και η συνηθισμένη φράση που υποδηλώνει τις μεταφυσικές διαστάσεις αυτού του συναισθήματος: «Αρκεί να υπάρχει αγάπη και όλα γίνονται, όλα ξεπερνιούνται…». 

Λες κι η αγάπη είναι κάτι εξωγενές που ή το έχεις ή δεν το έχεις, όπως ο ιός της γρίπης· λες και βρέχει αγάπη ο ουρανός ή τη ρίχνει κάποιος από ψηλά σαν το μάνα στην έρημο, κι εμείς είμαστε τυχεροί αν πέσει επάνω μας· λες και υπάρχει κάποιο κουμπάκι που αν το πατήσουμε αγαπούμε, κι αν όχι, είμαστε κακά παιδιά που αρνούνται να αγαπήσουν. 

Όταν η αγάπη θεωρείται αυταπόδεικτη ηθική αξία, καταντά παμφάγα και λαίμαργη: γίνεται καταπίεση, γιατί «πρέπει» να αγαπώ.
Επίσης, εφόσον η αγάπη γίνεται καθήκον και κριτήριο καταξίωσης, την επινοώ και μιμούμαι παθητικά τις συμπεριφορές που έμαθα ότι είναι αποδείξεις αγάπης, νομίζοντας ότι έτσι τη βιώνω. Σε μια εποχή που δεσπόζει το ατομικό συμφέρον, μάθαμε να χαρίζουμε αφειδώς, χαμόγελα, εγκαρδιότητα, στοργή, κατανόηση, εμπιστοσύνη· κι ένα λεπτό μετά έχουμε κιόλας ξεχάσει πού ακριβώς τα χαρίσαμε, λες και το μόνο σημαντικό είναι να τα δείξουμε για να επιβεβαιώσουμε έναν ρόλο, μια στάση που εγκρίνεται από τους γύρω μας, σε μια συλλογική πραγματικότητα υστερικής –και υποκριτικής– εγγύτητας. 

114γ Η αγάπη στις μεταμοντέρνες New Age εκδοχές της

Το New Age ήταν αρχικά ένα πολύ αξιόλογο ρεύμα, μια θαυμάσια και πολύτιμη έκφραση των αντιεξουσιαστικών κινημάτων που γεννήθηκαν περί το 1960 ανά τον κόσμο, ως φυσικό επακόλουθο τόσο του πόνου που προκάλεσε η δεύτερη παγκόσμια σύρραξη όσο και της γενικότερης παρακμής που επέφεραν οι αφόρητες πιέσεις της καταναλωτικής αγοράς. 

Όμως, οι καιροί άλλαξαν. Η αμείλικτη νοοτροπία της αγοράς καταβρόχθισε ταχύτατα και τα τελευταία απομεινάρια της αρχικής αυθεντικότητας που χαρακτήριζε το New Age. Σήμερα, μπορεί τα παιδιά των λουλουδιών να χάθηκαν, αλλά οι ιδέες του New Age δυστυχώς μεταλλάχτηκαν, καθώς εμπορευματοποιήθηκαν με καταστροφικό τρόπο.

Στις μέρες μας, γίνονται πολυάριθμες κωμικοτραγικές απόπειρες να διευρυνθούν τα σημαινόμενα των λέξεων «αγάπη» και «πνευματικότητα» από τα μετα-New Age ρεύματα που άνθισαν μετά το 1980 – και ανθούν περισσότερο από ποτέ σήμερα, στο διαδικτυακό παζάρι της αμορφωσιάς και της ημιμάθειας.
Θεωρώ ότι το αποτέλεσμα είναι συνήθως κωμικοτραγικό: (α) μια μαλθακή και μεταφυσική διάσταση της αγάπης, (β) μια ανώδυνη κι αγράμματη πνευματικότητα του σαλονιού και των social media. Κι όλ’ αυτά με φράσεις και αποφθέγματα που αναμασιούνται παθητικά, γιατί οι τέτοιου επιπέδου «πνευματικοί» άνθρωποι θεωρούν ότι, μόνο που τις αναφέρουν, τις κάνουν κιόλας αλήθειες της ζωής τους.  

114ε Η αγάπη και η καταδυνάστευση της θετικής σκέψης 

Οι καταναλωτικές μας κοινωνίες θέλουν, για άπειρους λόγους, να αποφεύγουμε δυσάρεστα συναισθήματα, εξού και άλλη μία όψη των ιδεών του New Age: η τόσο μοδάτη, πλέον, υπερβολική έμφαση στη θετική σκέψη και τα θετικά συναισθήματα.
Όμως, λόγω της υπερβολής, η εμμονή στο θετικό κόβει τελικά στα δύο την ολότητά μας, απορρίπτοντας ό,τι «αρνητικό» γεννά το ίδιο το γεγονός της ύπαρξής μας. Κι έτσι, όλα γίνονται πάλι λίγο ροζ, απαλά, τρυφερά, ανθρωπιστικά, με εμάς να ξεχνούμε ότι υπάρχει πολύ αίμα, χώμα και πάθος στην αρένα των σχέσεών μας.

Σύμφωνα με τις εν λόγω απόψεις, αν σταθώ μπροστά στον καθρέφτη και λέω επίμονα ότι είμαι ωραίος, δυνατός και άξιος, τότε η μέρα μου θα πάει καλά – η θετικότητά μου θα έλκει θετικά γεγονότα. Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο, η μέρα μου δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα πάει καλά· κι αν πάει, αυτό μάλλον θα είναι τυχαίο, γιατί ο νους μας, παρά τη δύναμή του, δεν είναι παρά μόνο το 12% της ύπαρξής μας (Stern, 2004).
Οπότε, καμία αυθυποβολή δεν μπορεί να εξαφανίσει τις αγωνίες και τα βάραθρα μέσα μας – το πολύ πολύ να τα συμπιέσει στα βάθη μας και κάποια στιγμή αυτά να εκραγούν με διάφορες μορφές, όπως κατάθλιψη, κρίσεις πανικού, αλλεργίες, καρκίνους, αρρώστιες.  

Αγαπώντας κατ’ εντολή και τυφλά, δεν θέλω να βλέπω ότι στην πράξη της απτής, ανθρώπινης κλίμακας, αντιλαμβανόμαστε τα πάντα σφιχταγκαλιασμένα με τα αντίθετά τους (λόγω της κατασκευής μας) . Όπως νυχτώνει, έτσι και ξημερώνει. Ο χειμώνας είναι τόσο φυσικός ως εποχή, όσο και το καλοκαίρι. Το φως έχει νόημα μόνο αν έχω δεχτεί το σκοτάδι. Όπως χαίρομαι ή πανηγυρίζω, έτσι και λυπάμαι ή θρηνώ. Όπως συμπαθώ, έτσι και αντιπαθώ. Όλα είναι εκφράσεις της ύπαρξής μου μέσα στο Μέγα Άγνωστο της ζωής και του σύμπαντος. 

115 Η ιδανική συντροφική αγάπη και
       η ιδανική συντροφική σχέση – ή, αλλιώς, η «σχέση-τέρας»

Η αγάπη, έτσι όπως στις μέρες μας της βαθιάς μοναξιάς έγινε κονκάρδα προσωπικής ανάπτυξης και πνευματικής ανέλιξης, ήταν φυσικό να γίνει και ο πυρήνας μιας υποτιθέμενα ιδεατής συντροφικής σχέσης. 

Ποια είναι η «σχέση-τέρας»
Σύμφωνα με τη μόδα αυτού του ανέφικτου στη ζωή μοντέλου σχέσης, θα πρέπει να συνδυάζονται πάντα και αρμονικά οι ανάγκες μας για αγάπη, έρωτα και σεξουαλικότητα – κι αν αυτό δεν συμβαίνει, νιώθουμε ενοχές ή χυμούμε οργισμένοι, με άπειρα «κατηγορώ», στον άλλον. Αυτή η ιδέα φαίνεται να βρίσκει πάρα πολλούς υποστηρικτές· επίσης, αντλεί κύρος, διότι συχνά υποστηρίζεται άμεσα ή έμμεσα και στο ψυχοθεραπευτικό πεδίο. 

Επιφανειακά, αυτή η ιδανική συντροφική σχέση φαίνεται να αποτελεί ένα μοντέρνο πλαίσιο, έναν νεωτερισμό ικανό να χωρά πολλές από τις ανάγκες μας. Στην ουσία, όμως, μέσα σε αυτό το ναρκισσιστικό κατασκεύασμα της απόγνωσης των καταναλωτικών μας ημερών, ζητούμε και προσδοκούμε υπερβολικά πολλά από τον άλλον – τόσο πολλά, που η συντροφική σχέση φτάνει να μας συντρίβει με το βάρος της.

Οι απαιτήσεις της σχέσης αυτής
Για παράδειγμα, ζητούμε από τον Άλλον να είναι ο τέλειος σύντροφος, ο συναρπαστικός φίλος και συνομιλητής, ο αξεπέραστος εραστής που μας συγκλονίζει διαρκώς με το ωραιότερο σεξ της ζωής μας σε άφθονες δόσεις, ο σφοδρότερος και αιωνίως εκτιναγμένος στα ύψη έρωτάς μας (ο οποίος, βέβαια, μας βρίσκει πάντα πανέμορφους και μας λατρεύει αδιαλείπτως), ο φίλος όλο κατανόηση για τη δύσκολη ζωή μας, η αστείρευτη πηγή συναρπαστικών ιδεών και έντασης, ο άψογα συνεννοήσιμος πατέρας ή η μητέρα των υπαρχόντων ή προσδοκώμενων παιδιών, ο σταθερός πάροχος ενός μοναδικού συνδυασμού ασφάλειας και ελευθερίας, ο αιώνιος συνεταίρος, χάρη στον οποίο αντέχουμε τους γονείς και τα πεθερικά μας και με τον οποίο φροντίζουμε μαζί το σπιτικό μας και ψωνίζουμε χαρούμενα στη λαϊκή ή στο σούπερ μάρκετ, ο πάντα ευδιάθετος ταχυδακτυλουργός που ομορφαίνει μια άθλια καθημερινότητα γεμάτη τρεχάματα εξαιτίας των λογαριασμών, της εφορίας και των δόσεων του δανείου, αλλά και μας πετά ενθουσιωδώς στο κρεβάτι για τρελό σεξ, κοιτάζοντάς μας λιγωμένος από έρωτα… 

Τόσες απαιτήσεις!
Θέλουμε ο σύντροφός μας να είναι ζογκλέρ, άσος στις μεταμορφώσεις, όταν και καταπώς εμάς μας ταιριάζει. Συντροφικότητα, όμως, κατά βάση σημαίνει να γνωρίζω τον άλλον και να αποδέχομαι τις διαφορές μας. Αυτό από μόνο του αρκεί για να λοξοδρομήσουμε από τον έρωτα, ο οποίος στηρίζεται στην ομοιογένεια. 

Επίσης, συντροφικότητα σημαίνει, εκτός των άλλων, πολυπλοκότητα στην καθημερινή ανούσια τριβή, μεγάλη εξοικείωση, συνεργασία σε πολλά βαρετά αλλά αναγκαία καθήκοντα· αυτό μοιραία αντιμάχεται την έμπνευση της σεξουαλικής επιθυμίας, η οποία λειτουργεί άμεσα, σε πρωτογενή επίπεδα και σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο. Είναι ουτοπία να θεωρεί κάποιος ότι η σεξουαλικότητα θα μείνει ίδια μέσα στη συντροφική σχέση· γι’ αυτό, βέβαια, δεν φταίει κανείς από τα δύο θνητά μέρη της σχέσης: είναι ζήτημα λειτουργίας της ίδιας μας της φύσης. 

Ο παραλογισμός της παραφορτωμένης αυτής ιδανικής σχέσης, μάλλον οφείλεται, εκτός των άλλων, στην αφελή βεβαιότητα ότι ένα όνειρο που λύνει διαμιάς τις φυσιολογικές αντιφάσεις της τόσο πολύπλοκης οντότητάς μας, μπορεί να γίνει πραγματικότητα μόνο και μόνο επειδή βολεύει την καταναλωτική μας ανάγκη για ταχύτητα και ευκολία. 

116 Ο μύθος του «αληθινού έρωτα» στην ιδανική σχέση

Μέσα στο χάος της ορολογίας για τις σχέσεις μας, επινοήθηκε μια μετάλλαξη της συντροφικής αγάπης, που μας ενδιαφέρει, γιατί εμπλέκει τον έρωτα: μιλώ για τον περίφημο «αληθινό έρωτα» – άλλες φορές, σε παραλλαγή, βρίσκουμε τον όρο «αληθινή αγάπη».
Θεωρώ ότι όταν κάποιος λέει «αληθινός έρωτας», τις περισσότερες φορές εννοεί απλώς μια εξιδανικευμένη εκδοχή της σχέσης αγάπης, συντροφικότητας, δέσμευσης και διαρκείας. 

Με άλλα λόγια, έχω την άποψη ότι ο έρωτας δεν είναι ούτε βαθύτερα αληθινός ούτε ψεύτικος ή επιφανειακός ή ανώριμος· απλώς, προϋπόθεσή του έρωτα είναι ακριβώς αυτό, ότι στην ουσία δεν σχετίζομαι με τον «πραγματικό» άλλον ούτε ποτέ τον «ανακαλύπτω», γιατί δεν σχετίζομαι παρά με την εικόνα που δημιουργώ προβάλλοντας επάνω του ό,τι μου χρειάζεται να δω. 

Στην ιδανική σχέση, την μπολιασμένη με τον αιώνιο έρωτα, επικρατεί η αφελής άποψη ότι αν έχω την ανάγκη να ερωτευτώ (ή να ποθώ) κάποιον άλλον, αυτό σημαίνει ότι η συντροφική μου σχέση «έχει πρόβλημα». Ασφαλώς και μια τέτοια αιτιακή σύνδεση μπορεί ενίοτε να υφίσταται – τα θέματα μιας σχέσης που χωλαίνει μπορούν θαυμάσια να γεννήσουν την ανάγκη της στροφής προς τα έξω, προς τον έρωτα.
Ωστόσο, τονίζω για άλλη μία φορά ότι έρωτας και αγάπη δεν είναι το ίδιο· ακόμα και αν η αγάπη συνιστά μια πολυσύνθετη διαδικασία, αυτό δεν την καθιστά πανάκεια, ικανή να καλύψει τη διαφορετική στη φύση της ανάγκη του έρωτα – το γνωστό: «όσο κι αν φάω δεν ξεδιψώ», και αντίστροφα.  

Επομένως, δεν ερωτευόμαστε μόνο όταν η συντροφική σχέση μας έχει πρόβλημα, αλλά και για μύριους όσους άλλους λόγους ή, απλώς, για να αναπροσαρμόσουμε κάπως τη σχέση με τη Σκιά μας (βλ. ενότητα 15). 

119 Αντίλογος 2ος: Διαφορές έρωτα και αγάπης  

Στην αγάπη,
γνωρίζω καλά πού τελειώνω εγώ και πού αρχίζεις εσύ, οπότε: (α) αναγνωρίζω και αποδέχομαι τις διαφορές μας και (β) αποδέχομαι ότι αυτές οι διαφορές γεννούν και θα γεννούν θέματα και προβλήματα, και προτίθεμαι συνειδητά να μάθω, μαζί σου, πώς αυτά μπορούν να «χωρέσουν» στη σχέση μας. Η αποδοχή της ετερότητας είναι προϋπόθεση για τη συντροφικότητα, η οποία, με τη σειρά της, χρειάζεται την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής, ώστε να αναδυθεί η αυτόνομη οντότητα του άλλου. 

Ο έρωτας,
σε αντίθεση με την αγάπη, βασίζεται στο ότι επινοώ μια απόλυτη ομοιογένεια με τον Άλλον· τον βλέπω τελικά ίδιο μ’ εμένα, σε μια επίπλαστη κατάσταση απόλυτης αρμονίας, όπου η λέξη «διαφορά» δεν υφίσταται. Στον έρωτα, προϋπόθεση είναι η εξαφάνιση της ετερότητας του Άλλου μέσα στο θάμπος της ωκεάνιας μέθης και της σύντηξης με τον Άλλον (της «συμβολής» των δυο μας): ο έρωτας χρειάζεται μυθολογία, ώστε να βρουν έδαφος οι προβολές μας στον άλλον, να διαγραφούν οι διαφορές.

Συνεπώς, η εγγύτητα που φέρνει η αγάπη στη συντροφική σχέση είναι, από βιωματική σκοπιά, άλλου είδους από την εγγύτητα στον έρωτα, καθώς χαρακτηρίζεται από εντελώς άλλη υφή και διαφορετικές εσωτερικές ποιότητες.
Στον έρωτα, το χαρακτηριστικό σπαρακτικό αίσθημα φαντασιωτικής εγγύτητας οφείλεται σε προβολές που εξαφανίζουν τις διαφορές μας. Στην αγάπη, το αίσθημα της εγγύτητας γεννιέται από την οικειότητα και τη συμπόρευσή μας στον χρόνο, παράλληλα με την αποδοχή των διαφορών μας. 

Στον έρωτα, η υπέρβαση συντελείται χωρίς σχέση δεσμού με τον άλλον άνθρωπο και μέσα σε ένα σύννεφο ομοιογένειας. Στην αγάπη, συντελείται μέσω σχέσης δεσμού με τον άλλον σε συνθήκες καθημερινότητας, και προϋποθέτει επίγνωση και αποδοχή των διαφορών μας. 

Ο έρωτας, στην προσέγγισή μας, γεννιέται όταν δεν αντέχουμε την πίεση της Σκιάς· θα έλεγα ότι, είναι σαν να σφραγίζει τη Σκιά και να μας εκτρέπει από τη σύνδεση με την ενέργειά της (βλ. ενότητα 15), αφού ανάμεσα στις αιτίες της γέννησης του είναι και η ανάγκη αυτής της εκτροπής.
Στον έρωτα, όσο λιγότερο σχετίζομαι με τη Σκιά μου, τόσο περισσότερο τείνω να τον μεταφυσικοποιώ. Αντίθετα, η αγάπη σε μια σχέση συντροφική προϋποθέτει την καλή και λειτουργική σύνδεση με τη Σκιά μας – διαφορετικά δεν μπορεί καν να αναπτυχθεί. 

Η αγάπη μάς ανακουφίζει από την πίεση της Σκιάς, όχι γιατί την επικαλύπτει, αλλά γιατί μαθαίνουμε να αντέχουμε τη διαρκή εξερεύνηση της σχέσης μας με τη Σκιά, αν θέλουμε η αγάπη να διατηρηθεί και να βαθύνει. Οπότε, στην αγάπη, γνωρίζω ότι δεν είσαι μαζί μου για να επιλύσεις ζητήματα ή να καλύψεις τραύματα του παρελθόντος.

119β Χρονικότητα και διάρκεια

Καθώς ο έρωτας δημιουργεί μια αίσθηση συνάντησης με το απόλυτο, επιδρά στην αίσθηση της χρονικότητας. Μοιάζει ατέρμονος, λαχταρά να γευτεί την αιωνιότητα, παραμερίζει την παροδικότητα της στιγμής και τονίζει την πολυτιμότητά της.
Ταυτόχρονα, ο έρωτας διαποτίζεται ύπουλα από την αδιόρατη διαισθητική γνώση του τέλους του: ο χρόνος του έχει έναν υπόγειο παλμό ανομολόγητης αγωνίας.

Η συντροφική αγάπη στηρίζεται γερά στη γνώση και αποδοχή της ετερότητας. Γι’ αυτό και καλά γνωρίζει τη σχετικότητα των πραγμάτων, το ανέφικτο του απόλυτου, άρα και την παροδικότητα των στιγμών. Οπότε, αναπτύσσεται μέσα στις αγκύλες του ανθρώπινου χρονικού ορίζοντα, μέσα στο ανηλεές σφυροκόπημα του απτού χρόνου στις θνητές ζωές μας.
Αναγνωρίζει επίσης την πολυτιμότητα της κάθε στιγμής, όχι όμως γιατί παραμερίζει την παροδικότητα της στιγμής χάριν της αιωνιότητας, αλλά γιατί καλά γνωρίζει την ευθραυστότητά της. Και είναι μέσα από αυτή την ευθραυστότητα που η ώριμη αγάπη, με επίγνωση και σεβασμό του θανάτου, μαθαίνει διαρκώς πώς να ανανεώνει ουσιαστικά τη δική της, καθημερινή ζωή. 

Μάλιστα, αφού η συντροφική αγάπη έχει αποδεχτεί το πεπερασμένο των πραγμάτων, ο χρόνος της είναι διάστικτος μάλλον με λύπη για το εφήμερο των ανθρώπινων πραγμάτων, παρά από αγωνία για το δικό της τέλος. 

120 Ο έρωτας ως ζωογόνος δύναμη για ένα απρόσωπο άνοιγμα
        στον κόσμο ή για να υπηρετεί τη συντροφική σχέση

Στις μέρες μας, θα συναντήσουμε κάποιες προσεγγίσεις του έρωτα, στις οποίες διαχωρίζεται κάπως από τη συντροφική αγάπη· εντούτοις, ακόμα και σε αυτές τις προσεγγίσεις, θεωρώ ότι διακρίνεται ένας πολύ μακρινός αλλά υπαρκτός απόηχος των περί έρωτος πλατωνικών ιδεών.
Α
υτό θεωρώ ότι συμβαίνει διότι εστιάζονται κυρίως στην ορμή και τη δύναμη του έρωτα ως κίνηση προς τα «έξω», ως ενέργεια ζωής, δημιουργίας. Η υπέρβαση της κίνησης αυτής κάπως τείνει να γίνει οριζόντια οπότε, μια που δεν δείχνει επίμονα προς τα άνω, δεν τονίζονται απαραίτητα κάποια πνευματικά στοιχεία, τα οποία που θα σήμαιναν μία κάθετη υπέρβαση (βλ. ενότητα 113α}.

Ωστόσο, στην οριζόντια αυτή κίνηση προς τα έξω, προς τη ζωή, υπάρχει ένα χαρακτηριστικό στοιχείο, το οποίο όχι μόνο χρωματίζει καθοριστικά αυτές τις σύγχρονες προσεγγίσεις του έρωτα, αλλά και φανερώνει την επίδραση των μακρινών πλατωνικών ιδεών στα θεμέλιά τους. Με άλλα λόγια, υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής στις θεωρήσεις αυτές και στην πλατωνική περί έρωτος σκέψη:

* Στον Πλάτωνα, ο ερώμενος ως συγκεκριμένο πρόσωπο χάνει το ορισμένο νόημά του, καθώς ο ερών ανεβαίνει τα εξελικτικά προς το υπέρτατο κάλλος σκαλοπάτια.
* Ανάλογα, στις προσεγγίσεις του έρωτα τις οποίες εξετάζουμε εδώ, απουσιάζει το συγκεκριμένο πρόσωπο του «άλλου»· δεν με νοιάζει αυτός που ερωτεύομαι, αλλά το άνοιγμα και η ορμή του έρωτα, η ίδια η διαδικασία και η δύναμη του ερωτεύεσθαι.

121α Άλλο το «ερωτεύομαι απρόσωπα τη ζωή» [· < ]
          κι άλλο το «ερωτεύομαι εσένα» [· < > · ]   

Στην ενότητα 12 είδαμε πως όταν γεννιέται η ανάγκη μας να ερωτευτούμε, κινούμαστε προς τα έξω, «γέρνουμε» προς τον κόσμο. Αυτή η κίνησή μας μπορεί αρχικά να είναι προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Είμαστε ένα σημείο και μπροστά μας ανοίγεται μια ολόκληρη βεντάλια δυνατοτήτων: σχηματικά, έχουμε ένα σημείο και ένα άνοιγμα [· < ].
Θεωρώ ότι βλέποντας τον έρωτα μόνο ως ορμή προς τη ζωή, φτάνουμε μόνο ως το εξής σημείο: το παραλήρημα και τη μέθη που γεννά η ανάγκη μας να συναντήσουμε έναν Άλλον. 

Όμως, όπως αντιλαμβανόμαστε τον έρωτα σε αυτές τις σελίδες, μόλις εντοπίσουμε τον ορισμένο Άλλον, στον οποίο θα συμπυκνώσουμε το σύμπαν ολόκληρο, η βεντάλια αυτή κλείνει απότομα. Στοχεύει πλέον αποκλειστικά προς ένα συγκεκριμένο άλλο σημείο, τον συγκεκριμένο πλέον Άλλον. Δηλαδή, η κίνησή μας γίνεται: [ > · ].
Οπότε, η ανάπτυξη της εμπειρίας του έρωτα έχει τη μορφή [· < > · ] και όχι μόνο [· < ], γιατί, στην πραγματικότητα ή τη φαντασία μας, υπάρχει ένας συγκεκριμένος αποδέκτης των όσων προβάλλουμε προς τα έξω. Και είναι γύρω από αυτόν τον συγκεκριμένο αποδέκτη που εξυφαίνεται η εμπειρία του έρωτα, τόσο με χρυσό όσο και με αιμάτινο νήμα. 


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ***
Αγάπη και έρωτας… μαζί ή χώρια; Πώς και, κυρίως, μέχρι πού;
122 Αν έρθουν μονά, χάνω ό,τι θα έφερναν τα ζυγά – και τανάπαλιν

Με βάση το παραπάνω παράδειγμα με τους κολπίσκους, το κολύμπι και τη βάρκα, είναι μάλλον μάταιο να εστιάσουμε στην αντιπαλότητα των πόλων του διπόλου που συνθέτουν ο έρωτας και η αγάπη όταν τοποθετηθούν πλάι πλάι.
Οι αντιθέσεις τους πάντα θα υπάρχουν. Γι’ αυτό και θα ήταν καλό, από ό,τι φαίνεται, να ξεφύγουμε από έναν δυϊστικό τρόπο σκέψης του τύπου: «έρωτας ή αγάπη;». Ίσως είναι λειτουργικότερο να μας απασχολήσει το «πότε έρωτας και πότε αγάπη» ανάλογα με τη φάση ζωής που διανύουμε, μια που από τη φύση μας, χρειαζόμαστε και αγάπη και έρωτα.

Ωστόσο, ας μην ξεχνούμε πως είτε έρωτα επιλέξουμε είτε αγάπη ως κυρίαρχο αστερισμό αναγκών σε κάποια ορισμένη φάση της ζωής μας πάντα, πραγματικά πάντα, κάτι «χάνουμε» από την αντίπερα όχθη (βλ. την Εισαγωγή, β8).
Δεν γίνεται να συμπορευόμαστε συντροφικά με έναν πραγματικό άλλον άνθρωπο και να απαιτούμε να παραμένει ο μυθικός για εμάς ιδανικός Άλλος· δεν γίνεται να μεθούμε μέσα στα μάτια του Άλλου και να παλλόμαστε από έρωτα και όνειρο, ζητώντας του ταυτόχρονα να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας ώριμης σχέσης, πόσο μάλλον αφού η συντροφική αγάπη είναι ριζωμένη στην αμείλικτη καθημερινότητα.  

Οπότε, το σημαντικό γίνεται η επίγνωση της φάσης ζωής που διανύουμε, η επίγνωση του συνόλου των παροντικών αναγκών μας ως ευρύτερου φόντου, και όχι η σύγκριση του έρωτα και της αγάπης με μια φτηνή, «λογιστικίστικη» νοοτροπία αγοράς.
__________

195. Βάλθηκα να χτυπάω τον τοίχο, ώσπου οι σοβάδες έπεσαν μ’ έναν ξερό κρότο, αφήνοντας να φανεί το αμάξι που περίμενε, ακριβώς την ώρα που ο πατέρας ανέβαζε τις βαλίτσες, η μητέρα στεκόταν στη σκιά, με μια βεντάλια, νιόνυφη, «να μου προσέχεις τη μητέρα» του λέω, μα ο πατέρας δε μ’ άκουσε, καθόταν πίσω απ’ τα τζάμια του νοσοκομείου, γέρος, κι η μητέρα έκλαιγε που δεν τον πρόφτασε ζωντανό – ύστερα έκλεισαν την πόρτα του αμαξιού και ξεκίνησαν για το γαμήλιο ταξίδι. (Λειβαδίτης, 7)
__________

124 Και πάλι από την αρχή, χωρίς συνταγές…

Μια ουσιαστική συντροφική σχέση αγάπης σαφώς διαρκεί πολύ περισσότερο από τον έρωτα.
* Πρώτον, γιατί η σύνθεσή της είναι μια αργή διαδικασία.
* Δεύτερον, γιατί από τη φύση της μπορεί να ανανεώνεται διανύοντας αρκετά «κεφάλαια», αρκετές ενότητες στον χρόνο. 

Η μεγαλύτερη όμως διάρκεια μιας συντροφικής σχέσης δεν καταργεί την ανάγκη μας να ερωτευόμαστε.
Δεν ερωτευόμαστε κι έπειτα, μια κι έξω, συνερχόμαστε και διαμιάς λέμε πάει, τώρα πια ξεμπερδέψαμε και μάθαμε την αγάπη… Θα καλούμαστε να συνταιριάζουμε τις δυναμικές έρωτα και αγάπης σε διάφορες φάσεις της ζωής μας, αφού οι ανάγκες έρωτα και αγάπης είναι αμφότερες τόσο διαφορετικές όσο και διαχρονικές.

Ακριβώς λόγω των διαφορών τους, τα φαινόμενα του έρωτα και της αγάπης δεν είναι συχνό να κυλούν αρμονικά, με ομαλή διαδοχή ειρηνικών φάσεων.
Άλλωστε, και μεμονωμένα αν πάρουμε τα δύο φαινόμενα, δεν είναι ειρηνικά. Ας πούμε, οι έρωτες σπάνια τελειώνουν με την ακρίβεια μιας χορογραφίας δύο χορευτών. Τα δύο αεροπλάνα δεν προσγειώνονται από τους αιθέρες πάντα συγχρονισμένα, όπως και δεν πετούσαν σε άψογο σχηματισμό. 

Αλλά και η σχέση συντροφικής αγάπης δεν είναι μια ήσυχη πεδιάδα. Έχει λόφους, φαράγγια, γκρεμούς, αδιαπέραστες ομίχλες. Και όταν δονείται συθέμελα λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων, είναι πολύ πιθανό να φουντώσει η ανάγκη για έρωτα με κάποιον άλλον, εκτός σχέσης, ως αντιστάθμισμα ή απλά ως αίσθηση μιας καινούριας αρχής – τότε είναι που αγάπη και έρωτας πιάνονται στα χέρια. 

125 Όταν ο έρωτας και η αγάπη μαλώνουν: η πλοήγηση στο μπουρίνι

Τι κάνουμε στις περιστάσεις που η ανάγκη μας να ερωτευτούμε ξεφυτρώνει σαν ανεπιθύμητο μανιτάρι και ταράζει την ησυχία μας; Δυστυχώς, κανένα μαγικό χέρι δεν μπορεί να μας λυτρώσει από τις εσωτερικές μας αντιθέσεις.
Άλλωστε, δεν έχει νόημα το «σωστό» ή το «λάθος» ως κάτι αντικειμενικά προϋπάρχον που εμείς «πρέπει» να βρούμε. Με ποιο κριτήριο θα ορίζαμε τι «πρέπει» να κάνουμε; Με τα κοινωνικά στερεότυπα; Με την παιδική μας παρόρμηση, που δεν λογαριάζει τι άλλο χρειαζόμαστε εκτός από το να βουτήξουμε στο πυροτέχνημα του έρωτα; Με την ανάγκη μας για συντροφική εγγύτητα, θαλπωρή και συμπόρευση, οι οποίες όμως ρίχνουν τη ζωικότητά μας;

Κάποιοι λένε να διοχετεύσουμε την ανάγκη μας για έρωτα μέσα στη συντροφική σχέση, μετουσιώνοντάς την. Αυτό όμως δεν γίνεται κατά παραγγελία – ανεξάρτητα από το αν κάποιες φορές αυτό συμβαίνει φυσικά και αβίαστα. Δεν πατιέται κάποιο κουμπί, κι από κει που θέλαμε να ριχτούμε τρέχοντας στον ανοιχτό ορίζοντα, αίφνης θέλουμε να αρχίσουμε να βηματίζουμε μέσα στα γνωστά και περιοριστικά δωμάτια του σπιτιού μας. Δεν μπορούμε ξαφνικά «να δούμε το παξιμάδι παντεσπάνι», που λέει ο λόγος.

Πάντως, μια τέτοια περίσταση σύγκρουσης μεταξύ έρωτα και αγάπης, συνήθως σηματοδοτεί αυτό που λέμε «κρίση».
Και στην κρίση τα δεδομένα αλλάζουν ταχύτατα· διαχέονται μεταξύ τους και οποιαδήποτε εκτίμηση ή πρόβλεψη είναι μόνο σχετική και προσωρινή. 

Ένα είναι το σίγουρο: μια κρίση σημαίνει ότι κάποια προηγούμενη κατάσταση ισορροπίας δεν ισχύει πια· ότι η ένταση τείνει να οδηγήσει σε μια νέα κατάσταση ισορροπίας.
Μάλλον χρειάζεται μια ευρεία αντίληψη. Να ζυγίζουμε καλά αυτό που βιώνουμε, τη σύγκρουση των αναγκών μας, την κυρίαρχη ανάγκη σε αυτήν τη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μας, τις ευρύτερες ανάγκες μας, το γενικότερο πλαίσιο της ζωής μας. Θαρρώ ότι μπορούμε να ενεργούμε μόνο «κατά περίπτωση»…

Εν κατακλείδι, το να επιλέξει κάποιος τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστεί τον έρωτά του, ο οποίος, σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής αυτού του ατόμου, πιθανά συγκρούεται με την υφιστάμενη συντροφική σχέση, δεν είναι καθόλου ταυτόσημο με το:
* «σκοτώνω τον έρωτά μου»,
* «διαλύω τη σχέση μου χάριν του έρωτά μου» ,
* «μπλέκω και τα δυο μεταξύ τους κι όπου βγάλουν». 

127α Ποιος να εμπιστευτεί ποιον;

Στον έρωτα, δωρίζουμε εξουσία στον Άλλον, καθώς νιώθουμε ότι κατέχει το κέντρο μας και ότι μόνο αν ενωθούμε μαζί του χωρίς όρια, χωρίς διαφορές, θα το ανακτήσουμε. Δίνουμε απόλυτη δύναμη στον Άλλον και θέλουμε να φιλοξενηθούμε ολόκληροι εντός του, όπως το έμβρυο μέσα στη θαλπωρή της μήτρας – γι’ αυτό και λαχταρούμε να τον εμπιστευτούμε απολύτως, να γίνουμε διάφανοι, να καταθέσουμε στον Άλλον όλο μας το είναι (βλ. ενότητα 127).

Ωστόσο, στον έρωτα, ο αποδέκτης των συναισθημάτων μας δεν υπάρχει όπως στη συντροφική σχέση αγάπης, στην οποία στεκόμαστε «απέναντι» από έναν άλλον άνθρωπο. Όπως έχουμε δει πολλές φορές σε όσα προηγήθηκαν, στον έρωτα, ο εκλεκτός μας Άλλος δεν υφίσταται για εμάς ως ένα έτερο ανθρώπινο ον· είναι σαν να περνούμε το χέρι μας μέσα από τον καθρέφτη και να αγγίζουμε πάλι τον εαυτό μας από την άλλη πλευρά.
Οπότε, δεν έχουμε καμία απόσταση να διανύσουμε. Δεν υπάρχει κανείς απέναντι, για να γεφυρωθεί κάποιο χάσμα, μέσω της εμπιστοσύνης. Υπάρχει μόνο η βασιλική διάσταση του Άλλου, μέσα μας. 

Στον έρωτα, δεν πλησιάζουμε μια ξεχωριστή από εμάς ύπαρξη, έναν απλό «άλλον» (όπως γίνεται στη συντροφική αγάπη)· επιθυμούμε διακαώς να διαχυθούμε ολόκληροι μέσα σε μια εικόνα, την εικόνα του μονάκριβου για εμάς Άλλου.
Κι έτσι, το μοναδικό είδος εμπιστοσύνης που θα μπορούσαμε να δούμε στον έρωτα είναι η παρορμητική εμπιστοσύνη του παιδιού στον γονιό – η οποία, αντίθετα από την εμπιστοσύνη μεταξύ ενηλίκων, δεν καλλιεργείται ως στάση. Γι’ αυτό και στον έρωτα δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να μιλούμε για ενήλικη εμπιστοσύνη και, μάλιστα, ως συνειδητή από εμάς, έμπρακτη στάση.

Τελικά, στον έρωτα ξαναγινόμαστε παιδιά που λαχταρούμε να εμπιστευτούμε απολύτως τον Άλλον και, ταυτόχρονα, ως ενήλικες, αγωνιούμε βαθύτατα γι’ αυτό το «απολύτως».  


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ
Τα Παρατράγουδα του έρωτα: μια ενδεικτική παλέτα ερωτικής παραφωνίας 
128 Ποια είναι τα Παρατράγουδα του έρωτα  

Η κεντρική ιδέα του ανά χείρας βιβλίου είναι ότι η ίδια η γέννηση και το εκάστοτε σενάριο του έρωτα συνδέονται άρρηκτα με τις εντάσεις της Σκιάς μας βλ. ενότητα 15 και όλο το έκτο Κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, ο έρωτας λειτουργεί σαν ένα αμορτισέρ που μας ανακουφίζει προσωρινά από τις πιέσεις της Σκιάς. Καθώς, λοιπόν, η φυσαλίδα του έρωτα αναπαράγει την αίσθηση μιας φωλιάς, μιας μήτρας που αποτελεί ενήλικο ανάλογο εκείνου του αρχαίου ωκεάνιου αισθήματος, εμείς για λίγο γαληνεύουμε· αποτρέπεται προσωρινά η έκρηξη της για οποιονδήποτε λόγο φορτισμένης Σκιάς, αφού τα σενάρια του έρωτα ενισχύουν το «τοίχωμα» που την απομονώνει από τον συνειδητό μας κόσμο.

Ως εδώ, λίγο πολύ, είναι εντάξει τα πράγματα: ερωτευόμαστε, μας αγγίζει η λήθη μιας απέραντης αγκαλιάς, μετά ο έρωτας φτάνει στον θάνατό του, κι εμείς πλέον διαχειριζόμαστε ό,τι τώρα αναδύεται από τη Σκιά μας, κάνοντας έτσι το επόμενο μεγάλο βήμα στη συνειδητοποίηση της θνητότητας και στη διαδρομή μας, δυναμωμένοι και μεγαλωμένοι. Όμως κάποιες φορές τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά, γιατί ο έρωτας μπορεί να ακολουθήσει άλλα δύσβατα μονοπάτια μέσα μας. 

Έρχονται φορές που η ιστορία μας, σε συνδυασμό με γεγονότα της ζωής, παράγει τρομακτικές πιέσεις στη Σκιά. Ένα βαρύ πένθος που δεν ολοκληρώθηκε· μια θανατερή οργή θαμμένη για χρόνια και χρόνια· αρχαίοι φόβοι που μας στοιχειώνουν τόσο, ώστε να μας ακινητοποιούν· παλιά τραύματα που κάθε τόσο ξαναζωντανεύουν με διάφορες αφορμές της καθημερινότητάς μας και στήνουν τα επαναλαμβανόμενα σενάρια της ζωής μας, με σωρείες επίμονων και εξαιρετικά δυσλειτουργικών επιλογών – όλα αυτά είναι Σκιώδη φορτία που έχουν κάθε λόγο να ζητούν έντονα «καταστολή» και πολύ δυνατή οχύρωση της Σκιάς. 

Ένας δε από τους πολλούς τρόπους μιας τέτοιας καταστολής, είναι η προσωρινή αλλά μαγικής εμβέλειας ωκεάνια μέθη (και λήθη) του έρωτα. 

Τότε είναι που ο έρωτας μετατρέπεται πλέον σε μόνιμο εργαλείο αποφυγής των πιέσεων της Σκιάς· γίνεται κουβάρι με άλλες, ευρύτερες και προβληματικές διαδικασίες μέσα μας, παρασύρεται στις δίνες των αδιεξόδων μας, γίνεται μέρος τους, γίνεται «χρηστικός», άλλοθι για να αγνοούμε πεισματικά τις βαθύτερες ανάγκες νέων ισορροπιών της ύπαρξής μας. 

Και τότε, καθώς ο έρωτας γίνεται εξάρτημα, γρανάζι καθοριστικών, μη συνειδητών μας θεμάτων και συναντιέται με μεγάλες Σκιώδεις εντάσεις και βραχυκυκλώματα, δημιουργείται ένα τεράστιο ρεπερτόριο Παρατράγουδων του έρωτα. Ο έρωτας δεν φταίει σε κάτι, είναι αυτός που είναι. Η «χρήση» του όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορεί να γίνει καταστροφική. 

128β Τι ακριβώς «φαλτσάρει» στα Παρατράγουδα του έρωτα 

Τα διάφορα σενάρια στα μαύρα τραγούδια του έρωτα, συχνά θεωρούνται μεγάλοι, μοιραίοι, μνημειώδεις, αξεπέραστοι έρωτες· κι αυτό, γιατί μοιάζει σαν ο έρωτας να μην τελειώνει ποτέ, ανεξαρτήτως αν τα επεισόδια μίσους και πόνου είναι εξουθενωτικά. Από μια άλλη όμως οπτική γωνία, τα πράγματα δεν είναι έτσι. 

Οι έρωτες των Παρατράγουδων δεν διαρκούν γιατί είναι μεγαλειώδεις. Δεν είναι κάποια μεταφυσική διάσταση ενός θείου έρωτα που συντηρεί μια εξαρτητική σχέση. Είναι οι βαθύτεροι μηχανισμοί, μέσω των οποίων συνδέονται οι Σκιές μας, οι οποίοι διατηρούν τη Σκιώδη σύνδεση στον χρόνο, παράγοντας την επίφαση του έρωτα.

Tα Παρατράγουδα δεν έχουν στη βάση τους κάτι διαφορετικό από τη «συμπτωματολογία» του έρωτα (βλ. το τέταρτο Κεφάλαιο)· απλώς, τα «συμπτώματα» ενισχύονται πάρα πολύ, εξυπηρετούν δυσλειτουργικούς μηχανισμούς μέσα μας και καταλήγουν να συντηρούν αδιέξοδά μας, βλάπτοντάς μας καθοριστικά. 


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ
Υπέρ έρωτος και μη πατρίδος ή: «αξίζει τελικά τον κόπο»;

Ύστερα από όσα προηγήθηκαν στις σελίδες αυτές, θα ήταν αστείο να καταλήξουμε, με μια φτηνή και κάπως «μπακαλίστικη» λογική, τύπου λαϊκής διαδικτυακής αυτογνωσίας, στο ερώτημα: «Πείτε μας, με λίγα λόγια, είναι τελικά καλό ή κακό πράγμα ο έρωτας»; Ή, να καταλήξουμε σε πρακτικές οδηγίες για τον περιβόητο πλέον «απλό άνθρωπο», έτσι ώστε οι έρωτές του να προωθούν την προσωπική του ανάπτυξη. 

Επειδή, λοιπόν, όλοι μας είμαστε πολυσύνθετοι και μόνο από την ίδια τη ζωή μας διδασκόμαστε πραγματικά, δεν θα καταλήξει έτσι, δήθεν διδακτικά, αυτό το βιβλίο.  

Επέλεξα, γι’ αυτό το σύντομο και τελευταίο Κεφάλαιο, να αραδιάσω άτακτα και παρορμητικά κάποιες επισημάνσεις για το τι ίσως κάνει ο έρωτας, επισημάνσεις αυθόρμητα επιλεγμένες μέσα από τις σελίδες που προηγήθηκαν.
Όχι με την πρόθεση διατύπωσης συμπερασμάτων, κατόπιν ανακεφαλαίωσης· αλλά μάλλον αποσκοπώντας σε ένα είδος πολύ σύντομης «επανάληψης», με κάπως διαφορετική διατύπωση, σκόρπιων σημείων από όσα ήδη ειπώθηκαν – ένας τελευταίος φόρος τιμής του βιβλίου σε αυτό το μεγαλειώδες φαινόμενο.

Το αν τελικά ο έρωτας ωφελεί κάποιον ή όχι, δεν είμαι εγώ που θα το κρίνω. Αυτό που ξέρω μόνο είναι ότι, ανεξάρτητα από το τι πιστεύει κάποιος για τον έρωτα, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί να τον αποφύγει… σαν τον κεραυνό ή σαν ένα αδιόρατο αεράκι μακρινής ενθύμησης ή σαν έναν αναστεναγμό για μια χαμένη γεύση ζωής που ποτέ του δεν τόλμησε. 


 

ΕΡΩΤΟΣ ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ – ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ 

Αγγίζω το στόμα σου, αγγίζω το περίγραμμά του μ’ ένα δάχτυλο, το σχεδιάζω σαν να ’βγαινε απ’ το χέρι μου, σαν να ’ταν η πρώτη φορά που μισανοίγει το στόμα σου κι εγώ δεν έχω παρά να κλείσω τα μάτια και να το σβήσω όλο και να ξαναρχίσω, κάθε φορά γεννάω το στόμα που ποθώ, το στόμα που το χέρι μου διαλέγει και σου σχεδιάζει στο πρόσωπο, το στόμα που το διάλεξα ανάμεσα σε όλα, που το διάλεξα κυριαρχικά ώστε το χέρι μου να το σχεδιάσει στο πρόσωπό σου, κι από ένα γύρισμα της τύχης που δε χρειάζεται να το ερμηνεύσω, να συμπέσει απόλυτα με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου. (Julio Cortázar, από το “Κουτσό”)

       Το μισό ολόκληρο

Καμιά φορά, οι περιστάσεις της ζωής είναι δύσκολες, και μέσα στη δίνη τους, χωρίς την «πελώρια αγκαλιά» της φωλιάς την οποία αναπαράγει ο έρωτας, εμείς νιώθουμε μισοί. Όμως: 

Όσο μισοί κι αν νιώθουμε, είμαστε πάντα ολόκληροι. Όταν σκέφτομαι ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα, γιατί με βιώνω μισό, εξακολουθώ και πάλι να είμαι κάτι ολόκληρο, το οποίο απλώς νιώθει μισό και βασανίζεται από την ανάγκη του να σε ξαναβρεί, για να ξανανιώσει ολόκληρο.
Και όταν σε έχω και όταν δεν σε έχω, είμαι πάντα ολόκληρος, απλώς με άλλον τρόπο ολόκληρος – χωρίς ή μαζί με εσένα, αλλά πάντα ολόκληρος, ένας ολόκληρος σε πολλαπλές εκδοχές.
Εντούτοις, όλα αυτά είναι μόνο προσωπικό ζήτημα δικής μας μαθητείας σε μια μεγάλη υπομονή. Γιατί, ό,τι και να κάνουμε, ο Άλλος απλώνεται πάντα πολύ πέρα από τη δική μας ολότητα – και για εμάς ισχύει το ίδιο ως προς αυτόν.
Πάντως, δεν μπορεί ούτε να μας στερήσει την ακεραιότητά μας, ούτε να μας τη χαρίσει (απόσπασμα από το βιβλίο μου Σημειώσεις για σένα, 2018, κείμενο 13ο).

 Ούτε καν γνωριζόμαστε, ούτε καν γνωριζόμασταν

Προχθές, σ’ ένα από τα όνειρά μου, στεκόμουν σε μια προκυμαία, την ώρα που το πρώτο φως έκανε τα νερά να γυαλίζουν σαν τον υδράργυρο. Ξαφνικά, εμφανίστηκε κάποιος άγνωστος, με τα μάτια κλειστά, και μου είπε ότι δεν πρόκειται να ξανασυναντηθούμε. Απόρησα. Του απάντησα πως δεν γνωριζόμαστε. Ούτε καν γνωριζόμαστε. Αυτός συνέχισε να μουρμουρίζει, και απομακρύνθηκε αργά, με τα χέρια απλωμένα εμπρός του να ψάχνουν τον πρωινό αέρα. Γύρισα και έμεινα να τον κοιτάζω γιατί, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω το πώς, αν και ήταν ήδη μακριά μου, ένιωσα μια ζεστή παλάμη να κρατά απαλά το χέρι μου. Κι είναι περίεργο. Γιατί δεν γνωριζόμασταν. Ούτε καν γνωριζόμασταν… Ούτε καν γνωριζόμασταν…

…………………………………………

Εγγραφή στο Newsletter

You can change your mind at any time by clicking the unsubscribe link in the footer of any email you receive from us, or by contacting us at petrosthu@gmail.com. We will treat your information with respect. For more information about our privacy practices please visit our website. By clicking below, you agree that we may process your information in accordance with these terms.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here: https://mailchimp.com/legal/

 Newsletter Permissions * :