Στις Σκιές του έρωτα – Επισκόπηση ενοτήτων (2)

Σημείωση
     ** Ό,τι επιλέχθηκε για επισκόπηση σε κάθε μία από τις αναρτήσεις της κατηγορίας αυτής, ΔΕΝ συνιστά ένα ολοκληρωμένο κείμενο με συνέχεια και οργανωμένη πληροφορία, εφόσον πρόκειται για αποσπάσματα.
     ** Ο στόχος των αποσπασμάτων είναι μόνο να πάρει ο ενδιαφερόμενος μία “γεύση” όχι μόνο της κατά βάση υπαρξιακής προσέγγισης του έρωτα στο συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά και του ύφους με το οποίο παρουσιάζεται η εν λόγω προσέγγιση. 
     ** Στο σύνολο των αναρτήσεων 1, 2, 3, 4 με επιλογές από τις ενότητες του βιβλίου, καλύπτονται 80 από τις 460 συνολικά σελίδες του.
     ** Στα αποσπάσματα υπάρχουν ενδεικτικά μόνον ελάχιστα Παραθέματα, ενώ στο βιβλίο, κάθε ενότητα ακολουθείται και από ένα Παράθεμα (238 συνολικά)


Αποσπάσματα από τα Κεφάλαια 4 και 5
** Ο Πίνακας Περιεχομένων του βιβλίου


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Η φαινομενολογία (ή «συμπτωματολογία») του έρωτα 
26 Συναρμολογώντας ξανά τον σπασμένο κόσμο:
       η πλημμύρα μεγαλειωδών νοημάτων

Κι έτσι ο έρωτας φανερώνεται απίστευτα γενναιόδωρος: καθώς κουρνιάζουμε στην επινοημένη μήτρα που μας παρέχει ο Άλλος, ο έρωτας καθίσταται αφ’ εαυτού νόημα – οπότε και οι ουρανοί μας πλημμυρίζουν επίσης, και πάλι, από νόημα. 

Ένα νόημα λαμπερό σαν καλοκαιρινός ήλιος, ικανό να επικαλύπτει πανεύκολα τα τραύματα, τα κενά και τους τρόμους της έσω πτώσης μας (συχνά με έντονες, μανιακού τύπου, πινελιές). Μάλιστα, αυτό το νόημα επαρκεί για να σκεπάσει σαν μαλακή κουβέρτα όλον τον χρόνο μας, καθώς απλώνεται εμπρός και πίσω, σε όλο το μήκος του χρονικού μας άξονα. 

Ας πούμε, από την παρουσία ή την απουσία του Άλλου, η πραγματικότητά μας μοιάζει να αποδομείται ή να συναρμολογείται εκ νέου. Όταν ο Άλλος απροειδοποίητα αργεί σε κάποια συνάντηση, είναι σαν να σιγοτρίζει ο κόσμος μας ο οποίος, μέχρι τη στιγμή εκείνη, ήταν ένα συγκροτημένο παζλ· τώρα, τα κομμάτια του αρχίζουν να χωρίζουν μεταξύ τους, τα κενά μεγαλώνουν, σε λίγο θα τιναχτούν, θραύσματα στο πουθενά, στο απέραντο τίποτα. 

Είμαστε ανήσυχοι, βηματίζουμε πάνω κάτω, δεν μας χωρά ο τόπος, κοιτάζουμε διαρκώς τριγύρω, μπας και δούμε τον λατρεμένο μας να ξεπροβάλλει, να τον κλείσουμε αμέσως στο βλέμμα μας και να τον τραβήξουμε μέσα μας. 

27 Βουτώντας μέσα στον καθρέφτη: ομοιότητα, εγγύτητα, οικειότητα

Θεωρούμε μοιραία τη συνάντησή μας, μια που ήμασταν μεταφυσικά ταγμένοι ο ένας για τον άλλον. Δεν θα μπορούσε να ήταν κανείς άλλος στη θέση κανενός από τους δύο. Κομπάζουμε γι’ αυτήν την ντετερμινιστική εύνοια του σύμπαντος. Φυσικά, οι διαφορές μας με την καθ’ ομοίωσιν επινοημένη εικόνα του Άλλου παραμένουν· είναι εκεί, όσο καλή γομολάστιχα και να έχουμε – απλώς χάνουν το νόημά τους στο φόντο που κατασκευάζουμε λόγω της έντασης του βιώματός μας. 

Η εγγύτητα, όμως, και η οικειότητα που εμείς νιώθουμε αδιαλείπτως σε σχέση με τον Άλλον, έτσι όπως τον έχουμε εσωτερικεύσει μέσα μας, δεν βρίσκουν πάντα εμπράκτως πλήρες αντίκρισμα στην «πραγματική» συμπεριφορά του – κάτι που είναι φυσικό, γιατί ο Άλλος δεν παύει να είναι ένας άλλος άνθρωπος… Είναι, λοιπόν, φορές που μας φαίνεται ότι ο Άλλος γίνεται απών – ενώ εμείς είμαστε πάντα παρόντες, εκεί, σε στάση προσοχής, διαθέσιμοι, με την παρουσία μας να είναι σταθερά το φόντο της μερικής ή και ολικής απουσίας του Άλλου. 

Οπότε, με ό,τι δικά μας χρώματα και αν βάψουμε τον Άλλον, όσο και αν παλεύουμε να λησμονούμε, να παραβλέπουμε επισταμένως ό,τι τον διαφοροποιεί από εμάς, έρχονται στιγμές που ο Άλλος δεν είναι και τόσο συμβατός με το είδωλό του στα μάτια μας. Κάνει κάτι αδιόρατο, μικρό, μια χειρονομία ή, σαν μικρός αλλά ανεξίτηλος λεκές, έρχεται μια λέξη, ένας τόνος φωνής, μια κίνηση ή μια συμπεριφορά που «κλοτσάει» σε σχέση με το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν είδωλό του μέσα μας. Η «καλή», εξαιρετικά στιλπνή του παρουσία πλέον λερώνεται, κλυδωνίζεται, πάει να γκρεμιστεί. 

28 Ο χρόνος του έρωτα: απουσία, υπομονή, αναμονή και
      το ποτάμι της αιωνιότητας

Στον έρωτα συμβαίνει κάτι ανάλογο, επειδή αναβιώνουμε παμπάλαιες, πρωταρχικές, στοιχειώδεις εμπειρίες, οι οποίες βρίσκονται πολύ πέρα από τη συνείδησή μας. Κατεβαίνουμε στα σπλάχνα, στα έγκατα της ύπαρξής μας και «εκεί κάτω», στα βάθη μας, η συνείδηση ατροφεί – οπότε και ο χρόνος εξατμίζεται. 

Δεν μας ενδιαφέρουν τα διακριτά σχήματα των πραγμάτων ούτε οι νοητικές αξιολογήσεις τους, αλλά η βίωσή τους. Ως ερωτευμένοι, καθώς βουτάμε στη μέθη της άμεσης ροής της εμπειρίας, τα περιγράμματα χάνονται. Τα πράγματα φαντάζουν διάχυτα και, καθώς η αίσθηση του χρόνου χάνει τη σημασία της, βιώνουμε μανιακά ένα άρωμα αιωνιότητας να απλώνεται σαν άνοιξη.
Γι’ αυτό και ο έρωτας, άχρονος στην άμεση εμπειρία μας, δεν έχει μνήμη – όμως έχει λησμονιά των υπόλοιπων στοιχείων της καθημερινής μας πραγματικότητας, τα οποία χάνονται πίσω, στο φόντο του θυελλώδους βιώματός μας. 

Στην ιδιότυπη φυσαλίδα του έρωτα, όπου επικρατεί η ατμόσφαιρα του άχρονου της μακρινής αρχής μας, σημειώσαμε ότι ο χρόνος στρεβλώνεται παράδοξα: νιώθω μια γλυκόπικρη νοσταλγία για κάτι που δεν έζησα με τον νου μου, αλλά έχω ζήσει κυτταρικά ως βρέφος (βλ. ενότητα 9β, σ. ??). Οπότε, είναι σαν να γνώριζα από πάντα τον Άλλον σε έναν υπερβατικό άχρονο χώρο, πέρα από τον μετρήσιμο καθημερινό χρόνο και ανεξάρτητα από το πόσο ίσως τον γνωρίζω στον γήινο χρόνο ή αν μόλις τον συνάντησα.

Η απουσία του Άλλου έχει μια βουβαμάρα· μια σιωπή, η οποία όμως ξέρει να πονά ως το μεδούλι. Όπως οι μέρες που περιμένουμε τα αποτελέσματα μιας ύποπτης εξέτασης ή έχουμε κάπως πάρει στα σοβαρά μια φήμη για το τέλος του κόσμου την τάδε ημερομηνία και περιμένουμε να εξακριβώσουμε τι θα γίνει.
Η απουσία ή απλώς η αναμονή του άλλου συχνά γεννούν και σωματικό πόνο. Η έσω αγωνία ξεχειλίζει και γίνεται αγωνία επίσης του κορμιού, το οποίο φτάνει να συσπάται τοπικά ή συνολικά για να την εμπεριέξει.     

Κι εμείς ψάχνουμε εναγωνίως τα σημάδια. Καταδικασμένοι στην αναμονή, περιμένουμε με ιώβεια υπομονή πότε ο Άλλος θα δεήσει να επικοινωνήσει μαζί μας ή να μας συναντήσει. Με άλλα λόγια, αναμετριόμαστε με την απουσία. Όμως, ο δικός μας χρόνος ξεφτίζει. Καταντά να αποτελείται μόνο από ελάχιστες χάντρες: από σκόρπια σημεία πάνω στον άξονά του, φτιαγμένα αποκλειστικά από τις συναντήσεις ή τα μηνύματα και τις συνεννοήσεις μας με τον Άλλον – ένα κομποσκοίνι μαδημένο. 

Ο χρόνος του έρωτα
Εκτός από τις εκρήξεις μανιακής ευτυχίας όπου όλα μοιάζουν δώρο εξ ουρανού, είναι χρωματισμένος από ένα παράξενο είδος υπομονής η οποία, κακά τα ψέματα, τον χαρακτηρίζει εντονότατα, αν και υπογείως.
Είναι η υπομονή που μαθαίνουμε περιμένοντας πάντα την εμφάνιση του Άλλου ή ένα μήνυμα ή κάποιο σήμα του τελοσπάντων, το οποίο χρειαζόμαστε για να ράψουμε μεταξύ τους τις «εκτός του Άλλου» αμείλικτες στιγμές του χρόνου μας.
Σημαντικό βοήθημα στην εκμάθηση αυτής της υπομονής για την απουσία του Άλλου είναι η έντονη, υπνωτιστική νοσταλγία των κοινών στιγμών· πραγματικών ή φανταστικών, δεν έχει σημασία, αφού στον έρωτα ισχύει έτσι κι αλλιώς το παράδοξο του να «νοσταλγούμε κάτι που δεν ζήσαμε ακόμα» (βλ. ενότητα 9β, σ. ??). 

Ο έρωτας μας εξασκεί και σε ένα ακόμα είδος υπομονής, πέρα από το να περιμένουμε πότε η απουσία του Άλλου θα γίνει παρουσία. Πρόκειται για μια μεγάλη υπομονή: να περιμένουμε την πραγμάτωση της ανέφικτης απόλυτης ένωσης με τον Άλλον. Όσο και αν εν τω βάθει γνωρίζουμε ότι είναι αδύνατον να συμβεί κάτι τέτοιο, εμείς ενδόμυχα το περιμένουμε· ελπίζουμε κρυφά ότι όπου να ’ναι θα γίνει το θαύμα, αύριο μεθαύριο το ανεκπλήρωτο θα αναιρεθεί και η λαχτάρα μας θα γίνει πραγματικότητα απτή.

Η επίθεση
Κάποιες φορές, ο ερωτευμένος αποφασίζει να παίξει επιθετικά: επιχειρεί να υποδυθεί τον άνετο και σίγουρο. Καταστρώνει στρατηγικές του τύπου να καθυστερήσει το τηλεφώνημα, να αργήσει λίγο στη συνάντηση, να υποκριθεί σήμερα τον κουρασμένο που κάνει μεγάλη παραχώρηση να έρθει στο ραντεβού, γι’ αυτό και άργησε. 

Όμως αυτές οι στρατηγικές παραμένουν συνήθως ασκήσεις επί χάρτου. Ο Άλλος φαίνεται αδιάφορος για όλα αυτά και η σπίθα της ανησυχίας σπρώχνει των ερωτευμένο να είναι εκεί, σούζα, παρών, να βαράει προσοχή, πάντα έτοιμος να υποδεχτεί, προσαρμόζοντας τον χρόνο του στις φαντασιοκοπίες του για τις διαθέσεις του Άλλου και στη λαχτάρα του για την επί γης υλοποίηση του Παραδείσου.
Οπότε, κατά την απουσία του Άλλου, στήνουμε μέσα στον νου μας τα σκηνικά της δίκαιης έκρηξής μας: «Ε, ως εδώ ήταν! Πάει, τέλειωσε, δεν αντέχω άλλο» κραυγάζουμε αγαναχτισμένοι στα μούτρα του, ο θυμός καταφέρνει και μας φουσκώνει, μας μεγαλώνει.

Όμως να σου που κάποια στιγμή εμφανίζεται ο Άλλος, σεινάμενος κουνάμενος, παντελώς ανύποπτος για τα δράματα αφανισμού του που έχουν παιχτεί μέσα μας ερήμην του. Κι εμείς, ξεφουσκώνουμε πάραυτα. Η τεράστια ανάγκη μας και η γλύκα της παρουσίας του κατευνάζουν την οργή μας.
Χαμογελούμε, τον σφίγγουμε στην αγκαλιά μας, κουρνιάζουμε στο βλέμμα του. Οι θυελλώδεις επελάσεις μας ξεχνιούνται αστραπιαία και από ιππότες της Αποκαλύψεως γινόμαστε κουταβάκια. Μέχρι να μαζευτεί πάλι ικανή ποσότητα απουσίας του…

29 Ο όρκος άρρηκτου δεσμού και η ιερότητα της συνάντησης

Οπότε, τα δύο μέρη, βιώνουν μια ξεχωριστή και εντονότατη σύμπραξη· νιώθουν ότι γίνονται σύμμαχοι και συνεργάτες, συνοδοιπόροι στη ζωή και στον αιώνα τον άπαντα, «συνένοχοι» σε αυτό που ζουν. Η δε πλήρης αφοσίωση του ενός στον Άλλον δεν είναι συνέπεια της κατάστασης του ερωτευμένου, αλλά συμβαίνει εξορισμού.
Στον μονόδρομο έρωτα, θα λέγαμε ότι ισχύει και πάλι αυτό το πρωτογενές δέσιμο των δύο «συνενόχων», μόνο που βιώνεται μονόπλευρα, αφού ο Άλλος δεν έχει σώμα, φυσική υπόσταση, είναι άυλος και κατοικεί αποκλειστικά στη φαντασία μας. 

Στη δίνη του έρωτα, είναι σαν να μας δένει με τον Άλλον ένα άτυπο συμβόλαιο ζωής, ένας μη μιλημένος αλλά διαχρονικός όρκος, ένας προαιώνιος και αόρατος ομφάλιος λώρος· ένας όρκος που είναι τόσο ισχυρός, σαν να δόθηκε και από τους δυο μας πριν καν ακόμη γνωριστούμε, έστω και αν γεννηθήκαμε στις δυο άκρες της γης. 

Άλλωστε, δεν είναι καθόλου σπάνιο ο ερωτευμένος, όταν τον απορρίπτουν, να χτίζει παρανοϊκές βεβαιότητες, με ακαταμάχητο εργαλείο το φαντασιακό του: «Το ξέρω, είμαι σίγουρος ότι με θέλεις κι εσύ, αλλά για κάποιους λόγους δεν μου το λες» ή «Ξέρω ότι με θέλεις, μόνο που εσύ δεν το έχεις καταλάβει ακόμα». Επίσης, λέει στους φίλους και στον εαυτό του: «Ξέρω ότι δεν μπορεί χωρίς εμένα, αλλά δεν μου το έχει πει ακόμα, όπου να’ναι θα το κάνει».

Έτσι, γεννιέται στους ερωτευμένους ένα αίσθημα «ιερότητας» για τον κοινό τους ψυχικό χώρο, όπου συντελείται η λατρεία της σύνδεσής τους. Θέλουν και οι δύο, με συστολή και μεγάλη ευαισθησία, να περιποιούνται το ιερό του ναού τους, όπως αυτό αντανακλάται στη φυσική μας πραγματικότητα.
Εντός του ιερού τους, οι ερωτευμένοι νιώθουν «υπεράνω» των αξιών και της ηθικής του καθημερινού κόσμου – η σφοδρότητα των αισθημάτων δημιουργεί τη δική της ηθική και εξαγνίζει τα πάντα.

30 Η αγιοσύνη του ονόματος του Άλλου – ένα «όνομα μη όνομα»

Στην αρχή, οι ερωτευμένοι απευθύνονται ο ένας στον άλλον κανονικά, με τα ονόματά τους. Τα μηνύματα είναι ήπια, τα emoji κάπως ουδέτερα, μόνο με ελαφρούς υπαινιγμούς. Μετέπειτα, όσο φουντώνει το βίωμα κι ψηλώνουν τα κύματα, ο άλλος γίνεται σταδιακά Άλλος και εισέρχεται στη σφαίρα του συμβόλου, στο πεδίο του προσωπικού του μύθου. 

Εκεί, τα συνηθισμένα κοσμικά ονόματα ίσως αρχίσουν να χάνουν τη σημασία τους: καθώς ο Άλλος φορά τον μανδύα της παντοδυναμίας του, μεταμορφώνεται σε ένα απέραντο «εσύ»· αυτό το «εσύ» αδυνατεί πλέον να στριμωχτεί σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο σχήμα που μπορεί να παράγουν κάποια γράμματα του αλφαβήτου σε σειρά. Δεν χωρά στα πλαίσια κανενός γήινου ονόματος γιατί στα πλαίσια αυτά είναι σαν να υποβαθμίζεται.

Στη συνέχεια, οι φλόγες φουντώνουν. Η ντροπή φεύγει – έχουμε ήδη εισέλθει και οι δύο στο τέμπλο. Ο άλλος είναι πια καθιερωμένα το σύμβολο «Άλλος». Τα μηνύματα γίνονται πιο προσωπικά, εξομολογητικά, τα emoji απελευθερώνονται (και πολλαπλασιάζονται, μήπως και πουν το ανείπωτο), η απεύθυνση είναι πλέον σαφώς στον συγκεκριμένο Άλλον.
Ωστόσο, μπορεί τα μηνύματα και η απεύθυνση να παραμένουν στο δεύτερο πρόσωπο, αλλά αυτό συμβαίνει για άλλους λόγους: απλά, γιατί πλέον περισσεύουν – το «εσύ» έγινε ένα τεράστιο, αχανές «εγώ-εμείς». 

Γι’ αυτό και η ονομαστική αναφορά συνήθως συνοδεύεται από λατρευτικά επίθετα που καταδεικνύουν ότι το όνομα που αρθρώνω δεν είναι ένα οποιοδήποτε όνομα οποιουδήποτε ανθρώπου, αλλά το όνομα «Σου», το δικό σου μοναδικό όνομα που αντιστοιχεί στη για μένα ατέλειωτη ύπαρξή σου, στην εγγύτητα και την οικειότητά μας· κι εδώ, ήδη αρχίζει η λεξιπλασία, τα υποκοριστικά, καθώς κάθε ερωτευμένο ζευγάρι επινοεί τη δική του μοναδική γλώσσα.
Επίσης, το όνομα ακολουθείται συχνά από τη λέξη «μου», προκειμένου να καταδειχθεί ότι σε έχω στην καρδιά μου, στο κέντρο μου· αλλά, επίσης, για να δηλωθεί ότι είσαι δικός μου, κτήση μου, για να θυμίζω σε εσένα αλλά και σε εμένα ότι είμαι εγώ που νέμομαι όλη την ομορφιά σου κι όχι κάποιος άλλος άθλιος που θα τολμούσε να σε διεκδικήσει.

31 Οι φάσεις των φεγγαριών του έρωτα και οι ενδογενείς του αντιθέσεις 

Στον έρωτα βουτάμε σε πράγματα αρχαία, ενώ η υπερβολή χαρακτηρίζει την εμπειρία μας: οι φόβοι μας μπορεί να γίνουν παιδιάστικοι, οι ελπίδες μας αβάσιμες, η χαρά μας παραλήρημα, η καλή μας διάθεση δουλικότητα, η ανάγκη μας να μη χάσουμε την ατομικότητά μας σκληρότητα.
Μέσα σε αυτό το γενικό κλίμα εντάσεων, ανάλογα με το πώς προχωρά (ή δεν προχωρά) η σιδηροδρομική γραμμή ενός έρωτα, χρωματίζεται και η συμπτωματολογία του, κατά περίπτωση. 

Κι ακόμη, ως ερωτευμένοι γινόμαστε καχύποπτοι. Η εμπιστοσύνη μας πάει περίπατο καθώς ζούμε πλέον μέσα στην αμφιβολία. Η διαφάνειά μας γίνεται αδιαφάνεια. Μετανιώνουμε για ό,τι εκμυστηρευτήκαμε, γιατί ο Άλλος μπορεί να το εκμεταλλευτεί ανά πάσα στιγμή.
Ο επί γης παράδεισος έχει εξαφανιστεί παίρνοντας μαζί του και την αγγελική όψη του Άλλου. Έχει κυριαρχήσει η άλλη όψη του, η σκοτεινή, η απρόβλεπτη, η ανεξιχνίαστη. Όλα όσα συνοδεύουν τον τρόμο μιας επικείμενης απόρριψης γίνονται τα κακοτράχαλα μονοπάτια και τα πυκνά δάση του τωρινού μας τοπίου. 

Ο ερωτευμένος δυσπιστεί πλέον, με την αυθεντικότητα του παιδιού που αδυνατεί να κατανοήσει τον γονιό και δεν εμπιστεύεται τίποτα επάνω του. «Γιατί άργησε τρεισήμισι ολόκληρα λεπτά; Δεν με κοιτάει συχνά! Γιατί κοιτάει όλο προς εκείνο το τραπέζι; Η φωνή του είναι άχρωμη κι έχει μόνο αυτό το ύποπτο γρέζι. Δεν μου πιάνει αρκετά το χέρι, δεν μ’ αγκαλιάζει», και πάει λέγοντας.
Κι ύστερα, να πάλι τα σύννεφα να διαλύονται και τα φεγγάρια μας να περιδιαβαίνουν χαρούμενα τον καθαρό ουρανό, κι όλος ο κύκλος των μελό και τόσο αντίθετων και εναλλασσόμενων εποχών του έρωτα να αρχίζει πάλι από την αρχή.

33 Οι αλυσίδες της ζήλιας: κτητικότητα, ανεπάρκεια, ντροπή 

Στον έρωτα χρειαζόμαστε τόσο τη σκέπη του Άλλου, όσο και να τον κατακτήσουμε, να εκβιάσουμε την αποδοχή του, να καταργήσουμε την ετερότητά του, εκδικούμενοι ταυτοχρόνως το ίδιο το γεγονός ότι ο Άλλος μοιραία είναι και «έτερος» (βλ. ??). Κι έτσι, η ζήλια γίνεται το ανεξάντλητο καύσιμο της κτητικότητας, η οποία χτυπάει κόκκινο. 

Η ζήλια έχει από κάτω της δυνάμεις τρομακτικής έντασης, που αποσκοπούν στην κτήση του Άλλου, ασχέτως αν (ευτυχώς) συνήθως τις ελέγχουμε. Στα άκρα της, η ζήλια λέει πως ένας τρόπος σίγουρης κτήσης του είναι να τον καταβροχθίσουμε· άλλωστε, «καταπίνοντας» τον καθρέφτη, είναι σαν να τον υποτάσσουμε, να τον εξαναγκάζουμε να μας δείξει όπως εμείς το θέλουμε – εξού και το ότι ο έρωτας ενέχει μεταφορικά στοιχεία ανθρωποφαγίας. 

Ο ερωτευμένος δεν ζηλεύει μόνο τον επίλεκτο Άλλον, οποίος μπορεί να στρέψει (ή να έχει ήδη στρέψει) το βλέμμα και το ενδιαφέρον του σε κάποιον άλλον ποταπό θνητό. Ζηλεύει και όλη την ανθρωπότητα, αφού σε ανύποπτη στιγμή οποιοσδήποτε μπορεί δυνάμει να υφαρπάξει τον καλό, αθώο και λατρευτό του Άλλον.
Αν βλέπει τους άλλους ωραιότερους από αυτόν, τους ζηλεύει θανάσιμα για το άδικο δώρο της ομορφιάς τους· σκάει από το κακό του και καταριέται διαρκώς τη μοίρα του που τον έκανε, κατά τη γνώμη του, άσχημο. 

Αν μέχρι τη στιγμή που τον δαγκώνει ο έρωτας θεωρούσε τον εαυτό του ωραίο και δεν ζήλευε ποτέ του, γιατί θεωρούσε ότι όποτε τον απέρριπταν ήταν σφάλμα κρίσης των άλλων, την πατά αγρίως ως ερωτευμένος· ζηλεύει όλους τους κατ’ αυτόν ασχημότερους. Ο λόγος; Υπάρχει περίπτωση ο θεός Άλλος του να είναι κι αυτός κακάσχημος και, επειδή δεν ξέρει ότι ο ερωτευμένος μας τον βαφτίζει Απόλλωνα, να θεωρήσει τον ερωτευμένο μας απρόσιτο και να σπαταλήσει την προσοχή του σε άλλους άσχημους. Κοντολογίς, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα… Η ζήλια καραδοκεί σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. 

Οι πρώην
Ο ερωτευμένος μπορεί να λυσσά που χέρια ακάθαρτα με ποταπές προθέσεις βεβήλωσαν παλαιότερα τον Άλλον του, που άνθρωποι ανάξιοι τον ξεγέλασαν και τον σαγήνεψαν. Για τον ερωτευμένο, είναι σαν ο Άλλος να «λερώθηκε», σαν ένα αξιωματικά αμαρτωλό παρελθόν να μειώνει τη στιλπνότητά του· το αποτέλεσμα είναι ο Άλλος να μην του ανήκει ολοκληρωτικά κι αυτό να τον τρελαίνει, αφού αδυνατεί να επέμβει στο παρελθόν.
Κι όλα αυτά χειροτερεύουν, αν υποψιαστεί ότι ο Άλλος έκανε με τους ανταγωνιστές του στο παρελθόν πράγματα που δεν κάνει μαζί του – τόσο στο σεξ όσο και σε άλλα πεδία ζωής.

Θέλω να σε δείρω
Είναι φορές που συμβαίνει το εξής: ο αγαπημένος μας (ανεξαρτήτως φύλου), εμφανίζεται στη συνηθισμένη συνάντηση μαζί μας, κανονικά, ήρεμος κι ωραίος, μας αγκαλιάζει χαμογελαστά, όπως κάθε φορά· όμως, σήμερα, κάτι δεν πάει καλά. Αν και πάντα εμφανίζεται φυσιολογικά φροντισμένος, σήμερα αυτό το «φυσιολογικά» έχει μείνει πολύ πίσω. Είναι πανέμορφος, πεντακάθαρος, κούκλος, με ρούχα απολύτως ταιριαστά στο στυλ του, σενιαρισμένος μέχρι την παρανυχίδα. Λαμποκοπά. Αστράφτει ενέργεια, ζωή. Κι εμείς δαγκωνόμαστε. 

Γιατί, βαθιά μέσα μας, θεωρούμε δεδομένη την «απιστία» του καλού μας;
Στο βάθος, αυτό που νιώθουμε είναι ότι ο καλός μας δεν μας ανήκει πλήρως. Είναι υπερβολικά διαθέσιμος στον κόσμο. Κι ο κόσμος, ο κακόβουλος αυτός κόσμος, μπορεί να μας τον κλέψει. Ζηλεύουμε το σύμπαν ολόκληρο.

Σαν ο καλός μας αίφνης να έγινε υπερβολικά μεγάλος για να τον χωρέσουμε. Μικραίνουμε, νιώθουμε ανεπαρκείς. Τον λατρεύουμε έτσι που πάλλεται με φως, λιγωνόμαστε από χαρά· ταυτόχρονα, το στομάχι μας κατεβαίνει στα γόνατα από φόβο, δυσπιστία και, ναι, επιπλέον θυμώνουμε μαζί του που δεν σκέφτηκε να παραμείνει προσιτός από εμάς – λες και δεν αξίζουμε να μας δωρίζει τόση ομορφιά. 

Κρατιόμαστε με τα χίλια ζόρια. Επιστρατεύουμε όλο μας το νάζι και ρωτάμε γλυκά: «Εσύ, γιατί είσαι τόσο ωραίος σήμερα;» – ενώ κοντεύουμε να σκάσουμε από τα αντίθετα συναισθήματα που μάχονται μέσα μας λυσσασμένα. Μας απαντά ότι τίποτα το σπουδαίο δεν έγινε, να, έτσι, απλώς είχε κέφια. Κουρνιάζουμε, τριβόμαστε στην αγκαλιά του, πρέπει να συγκρατήσουμε τη θύελλα που μαίνεται στον δικό μας κόσμο και να διεκδικήσουμε την ομορφιά του Άλλου μας. Κι αυτός ανταποκρίνεται με θέρμη, όπως το συνηθίζει. 

Όμως κανένα σημάδι αφοσίωσης δεν μας είναι αρκετό. Τα συστατικά του έσω κόσμου μας αδυνατούν να ταιριάξουν με τα δεδομένα του έξω κόσμου, σαν ρούχο που μίκρυνε. Η αβάσιμη αυτή ζήλια γίνεται ανυπόφορη. Θέλουμε να τον χαρούμε ως το μεδούλι και μαζί να τον τιμωρήσουμε, να τον απαγάγουμε, να τον κρύψουμε απ’ τον κόσμο, να τον έχουμε μόνο για μας, να τον γευόμαστε λίγο λίγο, όποτε και όπως θέλουμε. Κάτι πρέπει να γίνει άμεσα, τώρα, κάτι να κάνουμε, κάπως να ενορχηστρώσουμε τα αντίθετα μέσα μας, για να μη σκάσουμε. 

Μαζεύουμε όλο το κουράγιο και, χαμογελαστά, με γλύκα περισσή, με φωνίτσα μελωδική, όλο σκαμπανεβάσματα και κοκοράκια, του λέμε χαδιάρικα: «Θέλω να σε δείρω… Θέλω να σε δείρω…» – μ’ εκείνο το «εί» στο «να σε δείρω» να ηχεί μακρόσυρτο, σε ιδιαιτέρως υψηλές συχνότητες και ελαφρώς τονισμένο.

34 Τα ανεξάντλητα ορυχεία της ανησυχίας, το «λάθος» και η τιμωρία 

Ο ερωτευμένος, λόγω (α) της διαρκούς υποδόριας ανησυχίας (που βασίζεται στον φόβο της ανεπάρκειας) και (β) της υποδεέστερης σε σχέση με τον Άλλον θέσης του στην ταραγμένη υποκειμενική του πραγματικότητα, φοβάται διαρκώς μήπως κάνει κάποιο λάθος· όπως κάποιος που μεταφέρει έναν καφέ και προσέχει υπερβολικά μήπως και χύσει μια σταγόνα στο πιατάκι – και όσο προσέχει, τόσο λερώνει το πιατάκι.
Ο ερωτευμένος νομίζει διαρκώς ότι χύνει τον καφέ στο πιατάκι. Και, σαν παιδί που δεν μπορεί να ρίξει ευθύνη στον τεράστιο θεό-γονιό, παίρνει όλη την ευθύνη των γεγονότων.
Μάλιστα, όταν η έκβασή τους είναι δυσάρεστη, ο ερωτευμένος μπορεί να την εκλάβει ως φυσική συνέπεια και τιμωρία για το «λάθος» του. 

Οι βοηθοί
Ξεπερνούμε την ντροπή, λοιπόν, και αραδιάζουμε ξανά και ξανά στον νου μας τα κομμάτια του παζλ, τα συνδυάζουμε από δω, από κει, αναζητούμε συνδέσεις, ερμηνείες, μοντέλα. Και τότε, εμφανίζονται στο προσκήνιο οι κάθε λογής «ειδικοί», και εδώ είναι που μπορεί ν’ αρχίσει ένας ατέλειωτος φαύλος κύκλος. 

Κάποιες φορές οι ειδικοί είναι ψυχοθεραπευτές, ψυχολόγοι, σύμβουλοι, life coaches, καλοί ή κακοί επαγγελματίες ή απλώς απατεωνίσκοι. Κάποιες άλλες φορές είναι αστρολόγοι, χαρτορίχτρες, μέντιουμ κάθε λογής ακόμα και ντεμοντέ καφετζούδες, που αναλαμβάνουν (συχνότερα από όσο θέλουμε να το παραδεχτούμε) τον ρόλο του βοηθού· αυτού που είναι ικανός να μεταφράσει μαγικά έναν άπιαστο Άλλον σε κάτι απτό και κατανοητό για μας: τι θα γίνει, αν μας θέλει ή όχι, αν μας λέει ψέματα ή αλήθεια, πώς να τον κάνουμε να μας θέλει, πώς να ξεπεράσουμε εμπόδια που συνήθως μας βάζουν κακόβουλοι άλλοι, γιατί ζηλεύουν την ευτυχία μας, και τα λοιπά. 

Ενοχή και θυμός
Ο ερωτευμένος, έχοντας μεγαλοποιήσει και λατρέψει τον Άλλον, νιώθει αξιωματικά ανεπαρκής, με χαμηλότατη αυτοεκτίμηση και κουρελιασμένη αυτοεικόνα, αισθάνεται λίγος για να αποσπάσει την απόλυτη εύνοιά του. 

Οπότε, έχει και ο ίδιος υπαιτιότητα για όλα τα παραπάνω, τα οποία μια στιγμή πριν τον θύμωναν. Είναι λες και φταίει ο ίδιος που είναι «μικρότερος» από την αυτοκρατορική εικόνα του Άλλου, λες και του ανήκει η ευθύνη που ο έρωτας πάει χέρι χέρι με το ανεκπλήρωτο – άρα, πώς ο Άλλος να μην του φέρεται έτσι όπως του φέρεται και πώς τολμά αυτός να θυμώνει με τον θεό του;
Το αποτέλεσμα; Ενοχή απέναντι σε ένα πρόσωπο λατρευτό και, ταυτοχρόνως, πολλαπλών όψεων θυμός. Η σύγχυση είναι τεράστια: με την ενοχή μου αναλαμβάνω ευθύνη και, ταυτόχρονα, με τον θυμό μου αποδίδω ευθύνη. 

41 Η ισχύς του φαντασιακού

Στον έρωτα, ο ρόλος της φαντασίας είναι τεράστιος, προκειμένου να γεμίζουν αυθαίρετα τα κενά του σχήματος του Άλλου και να μειώνονται οι διαφορές. Ενίοτε, η πραγματικότητα λυγίζει εντελώς κάτω από το βάρος της φαντασίας και φλερτάρουμε με την παράνοια.
Δεδομένου ότι τον έρωτα στηρίζει μια δική μας προβολή, η εξωτερική πραγματικότητα ούτως ή άλλως διαστρεβλώνεται. Όσο μεγαλύτερη είναι η διαστρέβλωση, τόσο ο ερωτευμένος αδιαφορεί για τον έξω κόσμο, μειώνει το νόημά του. 

Όταν οι άλλοι τον βλέπουν υπόδουλο στο έλεος του έρωτά του, δεν τον νοιάζει καθόλου· αποσύρεται με άνεση, οικειοθελώς από την πραγματικότητα – το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι ό,τι συμβαίνει στη δική του εσωτερική σκηνή.
Εκεί, τα πράγματα είναι πολύ έντονα και γι’ αυτό υπερπληρούν την αντίληψή του· ακριβώς όμως γι’ αυτό, ενώ ο ερωτευμένος νιώθει πολύ καλά αυτό που βιώνει μέσα του, έχει φτωχότατη επίγνωση του τι συμβαίνει έξω, στον πραγματικό χώρο, όταν συναντιέται με τον Άλλον. 

42 Ο ζωοποιός καλλιτέχνης που επιδιορθώνει προσωρινά
             τον παραμορφωτικό καθρέφτη

Ο έρωτας, μέσω της εμβύθισης στο ωκεάνιο αίσθημα, θωρακίζει πολύ γερά τα τοιχώματα της Σκιάς και η ενέργειά της παύει να πιέζει, γιατί αλλάζει μονομιάς ο καθρέφτης μας: γίνεται μαγικός και μας δείχνει ό,τι θέλουμε να δούμε.
Οπότε, παύει να ισχύει στα δικά μας μάτια και η στρεβλωμένη μας όψη. Ο εξιδανικευμένος Άλλος έχει γίνει ο διορθωτικός μας καθρέφτης. 

Μέσα στα μάτια του, όταν ο έρωτάς μας ανθεί και λουλουδίζει, γινόμαστε όμορφοι και στα δικά μας μάτια. Χωνεμένοι στο όλον με τον Άλλον, νιώθουμε και πάλι ακέραιοι. Το άγγιγμά του στο σώμα μας ξεπερνά το σώμα μας – αφού, με μια ολιστική προσέγγιση, ό,τι αποτυπώνεται ψυχολογικά, αντιστοιχεί και σε κάποια περιοχή του κορμιού μας. 

Καθώς αφηνόμαστε στην αγκαλιά του Άλλου με την ικανότητα του μωρού να κουρνιάζει εκεί όπου νιώθει εμπιστοσύνη, το άγγιγμα του Άλλου ξαναγράφει, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά, το περίγραμμα της ύπαρξής μας· γεμίζει τα κενά, στρώνει τις γραμμές του σχήματός μας.
Κάτι ανάλογο κάνει και το δικό μας άγγιγμα στο σώμα του Άλλου – όταν ο έρωτας είναι αμοιβαίος και συγχρονισμένος.

Στον έρωτα γινόμαστε γλύπτες, ζωοποιοί καλλιτέχνες, δημιουργοί. Πλάθουμε αλλά και αφηνόμαστε, σαν ζωντανός πηλός, να μας πλάσουν. 

Όλα αυτά έχουν σίγουρα επουλωτική, επανορθωτική διάσταση. Όμως, πρώτον, όλοι οι έρωτες δεν είναι αμφίδρομοι· δεύτερον, ο έρωτας έχει αξιωματικά ημερομηνία λήξης (βλ. ενότητα 45, σ. ??). Οπότε, η ισχύς αυτού του θαύματος δεν είναι αιώνια. Όπως θα δούμε στο επόμενο Κεφάλαιο, απομένουμε και πάλι αγκαλιά με τη Σκιά μας. 


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ***
Έρως και θάνατος: Γιατί να τελειώνουν και να ξαναρχίζουν οι έρωτές μας;
43 Η φαινομενολογία (ή «συμπτωματολογία») στο τέλος των ερώτων μας

Στο παιδί, λοιπόν, όταν δεν αγαπιέται, λίγο πολύ συμβαίνουν τα εξής:
(α) Νιώθει ότι απέτυχε να ικανοποιήσει τον παντοδύναμο θεό-ενήλικα.
(β) Εξαιτίας αυτής της αίσθησης αποτυχίας, βλέπει τον εαυτό του ως ανεπαρκή.
(γ) Βιώνοντας ως δικό του σφάλμα το ότι το αποδιώχνουν (πώς γίνεται να σφάλλει ένας παντοδύναμος θεός;), κλειδώνει στην αλυσίδα και τότε εμφανίζεται ο τρίτος της κρίκος, η υπαιτιότητα και η θύελλα της ενοχής.
(δ) Φυσική συνέπεια είναι ο τέταρτος κρίκος, η αυτολύπηση.
(ε) Ακολουθεί ο πέμπτος, η βεβαιότητα πως η εκδίωξη από τον παράδεισο της αγάπης του ενήλικα είναι η τιμωρία για την αποτυχία και την ανεπάρκειά του.
(ζ) Όλα αυτά όμως έρχονται στιγμές που είναι αβάσταχτα. Και γεννιέται ο έκτος κρίκος της αλυσίδας, που γεφυρώνει σε κλειστό βρόχο το τέλος της με την αρχή της, και έχει δύο εκδοχές:
* Θυμός στραμμένος προς τον ενήλικα που φέρνει το παιδί σε αυτήν τη θέση.
* Γκρέμισμα της αυτοεικόνας, που δεν είναι παρά θυμός ανεστραμμένος στο ίδιο το παιδί. 

Όμως και οι δύο αυτές εκφράσεις του θυμού δεν μπορούν να αναστρέψουν τα γεγονότα. Κι έτσι, οδηγούν και πάλι στην αφετηρία, δηλαδή την αποτυχία, και δώσ’ του η αλυσίδα ολόκληρη να κροταλίζει ξανά: (α) αποτυχία, (β) ανεπάρκεια, (γ) υπαιτιότητα/ενοχή, (δ) αυτολύπηση, (ε) τιμωρία, (ζ) θυμός/στιγματισμένη αυτοεικόνα. 

Στον κόσμο του ερωτευμένου
Όλα αυτά μπορούν θαυμάσια να μεταφερθούν στην περίπτωση του ερωτευμένου που εγκαταλείπεται, συνεχίζοντας όμως να βλέπει τεράστιο τον Άλλον, εξαϋλωμένο στην εξιδανίκευσή του. Ο ερωτευμένος, λοιπόν, μοιάζει εν πολλοίς με το παιδί που νιώθει αποτυχημένο να ικανοποιήσει τον γονιό του. Συγκεκριμένα:

(α)–(β) Η αποτυχία και η ανεπάρκεια απλώνονται σε όλα τα πεδία ζωής του ερωτευμένου. Για να ισοσταθμίσει κάπως αυτά τα αισθήματα, ο ερωτευμένος ενίοτε επιδίδεται μετά μανίας σε κάποιες ασχολίες –στο επάγγελμά του, στη μία ή την άλλη δραστηριότητα– ώστε να αντλήσει από εκεί μια γεύση επιτυχίας. Συνήθως όμως είναι μάταιο. Ο ερωτευμένος δεν ξεφεύγει παρά μόνο περιστασιακά από τον εσωτερικό του κατακερματισμό και θρήνο.
(γ) Στη φάση της ενοχής, ο ερωτευμένος είναι συνειδητά έτοιμος να κάνει τα πάντα, αφού στη μαγική σκέψη που κυριαρχεί στον νου του, ήταν η αποτυχία και η ανεπάρκειά του για την απόφαση του Άλλου να τον απαρνηθεί.

(δ) Περνώντας στην αυτολύπηση, ο ερωτευμένος νιώθει εξόριστος· πεταμένος σε μιαν έρημο, νιώθει ότι θα μείνει για πάντα μόνος· με ζήλια θανατερή, θέλει να βλέπει όλους τους άλλους ευτυχισμένους, όλους να έχουν βρει το ταίρι τους και μόνον αυτός να είναι ο ξεχασμένος ναυαγός.
Κατακλύζεται από άναρχες αναμνήσεις όχι μόνο του έρωτά του, αλλά και της ίδιας του της ζωής. Πλέει σε παρελθόντα χρόνο: «Ο Παρατατικός είναι ο χρόνος της γοητείας. Τα πράγματα, στον Παρατατικό, μοιάζουν ζωντανά και όμως δεν κινούνται: πρόκειται για ατελείς παρουσίες και ατελείς θανάτους» (Barthes, 2011, σ. ??).

(ε) Η αίσθηση του λάθους και της τιμωρίας ως φυσική συνέπεια, φουντώνουν. Είναι σαν να μας λέει ο ερωτευμένος: «Είδες που σου το έλεγα; Δίκιο είχα. Όλα λάθος τα έκανα… πώς να μη φύγει ο Άλλος… αυτή είναι η τιμωρία μου».
(ζ) Στον θυμό ή στην άλλη του όψη, το γκρέμισμα της αυτοεικόνας, ο αποδέκτης της αγανάκτησής μας είναι διπλός. Στη μία περίπτωση είναι ο Άλλος, που δεν αποδείχτηκε τόσο τέλειος ώστε να κρατήσει για πάντα αναμμένο τον έρωτά μας – εξοργιζόμαστε μαζί του. Στην άλλη, ο θυμός αναστρέφεται στον ίδιο τον ερωτευμένο, ο οποίος επιτίθεται στην αυτοεικόνα του: αισθάνεται ανίκανος να κρατήσει τον Άλλον.

Άλλωστε, ας μην ξεχνούμε ότι ο ερωτευμένος ήδη βλέπει τον εαυτό του ανεπαρκή, αξιωματικά, από τις πρώτες κιόλας στιγμές του έρωτα, γιατί μικραίνει μπροστά στον εξιδανικευμένο Άλλον – ανεξάρτητα αν αυτό το αίσθημα απλώς λανθάνει σε όλη τη φρενήρη περίοδο της δόξας του έρωτα.
__________

65. Σ’ έχω ακόμα στα χέρια μου. Θα μου λείψεις, μωράκι μου. Λαχταράς τα βαθιά πράγματα και μάλιστα διαρκείας, αλλά ξέρεις να δίνεσαι με απαράμιλλη μαεστρία και στο εφήμερο. Φθονώ το πώς παίζεις με τις αστραπές και με το the end των ταινιών, φαίνεται να μη νοιάζεσαι καθόλου. Δεν μου είπες, φύγαμε βιαστικά, σ’ άρεσε εκείνο το τυράκι το ψητό; (Εκμυστηρεύσεις, 31)
__________

43β Εξορία, σύγχυση, αποπροσανατολισμός

Ο ερωτευμένος είχε ως πυξίδα του τον Άλλον. Όταν σπάει αυτή η πυξίδα και η μακάβρια αλυσίδα για την οποία μιλήσαμε παραπάνω φτάνει στη φάση της τιμωρίας, ο ερωτευμένος νιώθει εξόριστος, έκπτωτος από τον υπέργειο κήπο.
Νιώθει λιγότερος σε όλα και ότι δεν θα μπορεί πλέον να αγαπά και να συνδέεται με άλλους ανθρώπους και με τα πράγματα του κόσμου, εφόσον ο Άλλος αποχωρώντας λήστεψε αυτήν του την ικανότητα. Φυσικά, το μόνο που ο ερωτευμένος χάνει οριστικά και αμετάκλητα είναι η σύνδεσή του με την εξιδανικευμένη εικόνα του Άλλου. Αργότερα, ολοκληρώνοντας το πένθος του, διαπιστώνει πως μια χαρά μπορεί και πάλι να συνδέεται με τον κόσμο – αρκεί να το επιθυμεί.

Επίσης, νιώθει ότι δεν θα τα καταφέρει πια στη συνέχεια της ζωής του, ότι θα αποδειχτεί ανεπαρκής και στα ίδια του τα μάτια (βλ. ενότητα 33β, σ. ??). Γι’ αυτό και ο ερωτευμένος παραπαίει μέσα στη σύγχυση, σαν εξαρτημένος που περνά σύνδρομο στέρησης ενός πανάκριβου ναρκωτικού. Μοιάζει να μην μπορεί να βρει τον προσανατολισμό του στα πράγματα, να μη βρίσκει πατήματα για να ισορροπεί στα βήματά του, να παίζει τυφλόμυγα με τη ζωή. Είναι κάτι σαν παράλυση, σαν να σπάνε τα γρανάζια στο κιβώτιο ταχυτήτων ενός αυτοκινήτου. 

Η βαθιά τομή στο όλον που σχηματίσαμε για λίγο με τον Άλλον, είναι που μας γεννά την ανάγκη να διαπραγματευτούμε όσο γίνεται το τέλος. Ζητούμε από τον Άλλον να συναντηθούμε έστω για λίγο, «γιατί κάτι θέλω να σου πω, κάτι που σκέφτηκα, ναι, σίγουρα, το έχω καταλάβει ότι τελειώσαμε, αλλά θέλω οπωσδήποτε κάτι να σου πω, έλα να βρεθούμε για πολύ λίγο, δεν θα σε καθυστερήσω».
Συνήθως, τίποτα απολύτως δεν θέλουμε να πούμε. Μάλλον θέλουμε να νομίζουμε ότι έχουμε κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να πούμε. Στην ουσία, θέλουμε να καταλάβουμε τι έγινε, γιατί έγινε.

45 Η έννοια της αλλαγής και το τέλος των ερώτων: γιατί;     

Κάποια στιγμή, λοιπόν, αρχίζει και στον έρωτα να γίνεται μοιραία αντιληπτό ότι, όπως και να το κάνουμε, δεν είμαστε και δεν γίνεται να είμαστε πλήρως ταυτισμένοι με τον Άλλον. Όλοι μας, όσο ερωτευμένοι και να είμαστε, παραμένουμε όντα με άπειρες εν δυνάμει όψεις. Δεν γίνεται παρά κάποια στιγμή να αρχίσουν δειλά δειλά να φαίνονται οι φυσιολογικές διαφορές μας σε προτιμήσεις, επιθυμίες, ανάγκες, επιλογές, στάσεις ζωής – ως πολύεδρα, διαθέτουμε πολλές έδρες, όλες τους αναπόφευκτα μοναδικές στο προσωπικό μας σύμπαν. 

Με άλλα λόγια, ο Α, όσο και να γίνεται Άλλος στον έρωτα του Β για τον Α, δεν παύει να είναι επίσης άλλος, ένα ον διαφορετικό από τον Β. Οπότε, ενώ ο Β προσμένει από τον Α αυτό ή εκείνο βλέποντάς τον Α ως Άλλον, έρχεται αναπόδραστα ο καιρός που ο Α, αρχίζοντας να νιώθει επίσης άλλος (πέρα από Άλλος για τον Β), αντιστέκεται σε αυτήν την προβολή (και αντίστροφα).

Με άλλα λόγια, αν και με γοργάδα ανυψώνεται το αερόστατο στον έρωτα, δεν καθυστερεί να κατέβει, γιατί δεν μπορεί να παραμείνει αιωνίως στον αέρα – τελειώνουν τα καύσιμα και σταματά ο ζεστός αέρας που το ανυψώνει. Αντίστοιχα, δεν μπορούμε να είμαστε στη ζωή μας μόνο ερωτευμένοι, δηλαδή δεν μπορούμε για πάντα να πετάξουμε πέρα από τις άλλες όψεις μας ως ολόκληρων ανθρωπίνων όντων.
Εξαίρεση ίσως είναι οι ιδιαίτερες περιπτώσεις στις οποίες ο έρωτας μετατρέπεται σε παθολογική προσκόλληση ή επικρατούν συνθήκες που επιτρέπουν τη διατήρηση του φαντασιακού επί μακρόν – όπως η απόσταση ή το πλαίσιο μιας «παράνομης σχέσης».

46 Το προσδόκιμο της ζωής ενός έρωτα

Ανεξάρτητα από το πότε εμείς συνειδητοποιούμε τις αλλαγές μας, αυτές τρέχουν διαρκώς σε μικροκλίμακα. Με βάση το προσδόκιμο ζωής σήμερα, μάλλον για τον έρωτα ισχύει ότι σε διάστημα οκτώ έως δώδεκα μηνών έχουν κάπως αυτο-οργανωθεί σε μεγαλύτερες ενότητες οι ελάχιστες καθημερινές μας αλλαγές, ακόμα και αν εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός της επίγνωσής μας – συνεπώς, αρχίζουν να γίνονται αντιληπτές. 

Έχοντας, λοιπόν, υπ’ όψιν τις ελάχιστες αλλά αναπόφευκτες αλλαγές μας από στιγμή σε στιγμή, θα λέγαμε, σε πολύ γενικές γραμμές, πως και οι πρώτες εκδορές του έρωτα αρχίζουν περίπου έξι με δώδεκα μήνες από την αρχική του έκρηξη.Φυσικά, αυτό το διάστημα δεν είναι καθόλου ζήτημα ενός διακόπτη ούτε, προπαντός, επιστημονικά τεκμηριωμένων δεδομένων. Είναι απλώς ένας μέσος όρος, που εξάγεται από την καθημερινή εμπειρία και τη σημερινή μας γνώση για το πώς αλλάζουμε μέσα στον χρόνο.

47 Ποιος φταίει που το «φιλί της αληθινής αγάπης» έχει ημερομηνία λήξης;

Όμως τελικά ο ερωτευμένος δεν ευθύνεται που έγινε ό,τι έγινε και έδυσε ο έρωτας, γιατί με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο το τέλος θα έφτανε ούτως ή άλλως· ακόμα και τις στιγμές που ο έρωτας ως βίωμα γίνεται «μη χρόνος», δεν παύει να ξετυλίγεται μέσα στη χρονική ροή και το πεπερασμένο, χωρίς να φταίει κανείς απολύτως γι’ αυτό – ούτε οι ερωτευμένοι ούτε κάποιος άλλος.

Η διαδικασία περάτωσης ενός έρωτα είναι ανεξάρτητη από το τι εμείς νομίζουμε ότι προκάλεσε το τέλος του ή από τα γεγονότα, το ποιος πρόδωσε ποιον, και ούτω καθεξής. Επίσης, είναι ανεξάρτητη και από όσα γεννούν τα σύννεφα της ενοχής και του λάθους που συνήθως μας βασανίζουν, είτε αναφέρονται σε εμάς είτε προβάλλονται στον Άλλον.

Δεν φταίμε γι’ αυτό ούτε εμείς ούτε ο Άλλος ούτε η άδικη ζωή· ούτε κάποιος τιμωρός θεός μάς κλότσησε περιφρονητικά από έναν παράδεισο γιατί ήμασταν «κακά παιδιά»· ο μύθος της τιμωρίας των πρωτοπλάστων ή αυτός των εκπεσόντων αγγέλων, έχει εντονότατες αναλογίες με το πώς ο ερωτευμένος πιθανά βιώνει το κλείσιμο της αυλαίας (βλ. ενότητα 43, σ. ??).
Το τέλος ενός έρωτα είναι τόσο φυσιολογικό όσο και η έναρξη και η κορύφωση της ένδοξης ζωής του. 

48 Η ντροπή της οδύνης

Ο ερών νιώθει συχνά να ντρέπεται για όλα τα φρικτά συναισθήματα κενού που τον κατακλύζουν, που πονά έτσι και τόσο (σχετικά με την ντροπή του ερωτευμένου, βλ. ??).

Όμως, γενικότερα, οι άνθρωποι δεν έχουμε καμία απολύτως ευθύνη για τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας. Όλα όσα νιώθουμε και όλα όσα χρειαζόμαστε γεννιούνται σε χώρους μη συνειδητούς, πολύ πέρα από τον νου, τη λογική και τις πολύπλοκες λειτουργίες της συνείδησής μας (Θεοδώρου, 2017, σ. 135). Οπότε, εφόσον δεν έχουμε καμία ευθύνη για τη γένεση αναγκών και συναισθημάτων, άρα δεν έχει και νόημα η κρίση ή η επίκρισή τους (ωστόσο, έχουμε απόλυτη την ευθύνη της διαχείρισής τους). Αντίστοιχα, μπορούμε να νιώθουμε ό,τι θέλουμε θρηνώντας έναν έρωτα: όπως δεν υπάρχει ενοχή για την αρχή του, δεν υπάρχει κι ενοχή για ό,τι και αν νιώθουμε βιώνοντας το τέλος. 

50 Έρωτας: γάμος χωρίς νυμφίους, πένθος χωρίς νεκρό,
προδοσία χωρίς προδότη

Από αυτήν την άποψη ο έρωτας είναι κατ’ αρχάς ένας «γάμος χωρίς νυμφίους», αφού περνώντας τις πύλες των ματιών του Άλλου πέφτουμε μέσα μας κι αγγίζουμε τον εαυτό μας πίσω από τον καθρέφτη τους· οπότε, αφού στον γάμο λείπει ο πραγματικός νυμφίος, ο έρωτας μοιραία είναι επίσης «ένας θρήνος χωρίς νεκρό». 

Γι’ αυτό και βιώνεται ως τόσο τρομαχτική και ανυπόφορη προδοσία η κατηφόρα μετά τη δόξα της ωκεάνιας μέθης. Όμως αυτή η προδοσία δεν γίνεται από τον Άλλον και, το κυριότερο, έχει ήδη συμβεί πολύ προτού καν εμφανιστεί ο Άλλος. Υπό μία έννοια, στον έρωτα, σ’ έχω κιόλας χάσει, προτού καλά καλά σε αποκτήσω – αφού στην πραγματικότητα ποτέ δεν σε είχα (Carotenuto, 1998). Και ιδού η λογική όλου αυτού του συλλογισμού.
Από μια τέτοια οπτική, κάθε Άλλος των ερώτων μας μοιραία θα είναι προδότης πριν καν τον γνωρίσουμε διότι, λόγω του ανέφικτου της ένωσης μαζί του, εκπροσωπεί την πρωταρχική προδοσία της ζωής, δηλαδή το αδύνατον να αποφύγουμε τη μοναδικότητα και την εξατομίκευσή μας, από τη στιγμή που γεννιόμαστε. 

51 Η οργή στην προδοσία του άδειου εικονίσματος  

Όταν στον θάνατο ενός έρωτα ο Άλλος πηδά έξω από το εικόνισμά του στο μέσα μας, περνά στη μνήμη και τη φαντασία μας. Εμείς μένουμε τότε με μια άδεια κορνίζα στα χέρια μας. Ένας αόρατος κακόβουλος ξένος εμφανίζεται από το πουθενά, αρπάζει τον δικό μας Άλλον, τον απαγάγει, κι εμείς άμεσα έχουμε μια μεταλλική γεύση θανάτου καθώς η τέλεια εικόνα του Άλλου μέσα μας αδειάζει. 

Είναι σαν να συμβαίνει μια απρόσμενη έκρηξη των πραγμάτων αυτού του κόσμου και μέσα στη σκόνη, μένουμε αποσβολωμένοι, έκπληκτοι· χάνουμε τον Άλλον όπως μας ήταν οικείος, και μαζί του χάνουμε επίσης το θαύμα που ξεδιπλωνόταν πλάι του.
_________

80. Τότε που σε γνώρισα πλημμύρισα από την ανάγκη σου, άνοιξα την είσοδο κι έχασα το δέρμα μου. Κι εσύ, χαμπάρι. Για μένα όμως υπήρχες τόσο φυσικά παντού που ούτε καν σε πρόσεχα. Μετά τα έφτιαξες εκδικητικά μ’ εκείνο το αχρείο υποκείμενο – καλά να πάθεις, το χάρηκα. Αλλά τότε, μέχρι να το χωνέψω ότι όλη η λαχτάρα μου θα έμενε για καιρό ένα βαλσαμωμένο ανεκπλήρωτο, έζησα μια μεγάλη, πηχτή θλίψη. Aκόμη και τώρα, όταν πλησιάζεις, νιώθω στο πρόσωπο τον αέρα να παγώνει και τον ιδρώτα στα χέρια μου. (Εκμυστηρεύσεις, 41)
__________ 

53 Το Κάτι μέσα στο Μάταιο και το Τίποτα:
      το πένθος και η χαρά της θνητής ζωής και του έρωτα

Ο έρωτας, στην προσέγγισή μας, επιχειρεί να επαναφέρει σε ενήλικη εκδοχή την αίσθηση του απόλυτου και του αιώνιου της ενδομήτριας ζωής. Η συγχώνευση στην οντότητα του Άλλου σημαίνει απεραντοσύνη και αθανασία, την τάση εξαφάνισης της ατομικότητας και του «εγώ είμαι».
Οπότε, αν με τη γέννησή μας παύει η απόλυτη «συμβολή» («confluence») με το μητρικό σώμα και η άχρονη κατάσταση ζωής χωρίς αυτοσυναίσθηση και χωρίς συνείδηση ατομικότητας και διαφοράς, κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το τέλος ενός έρωτα: αφήνουμε πίσω μας την ιδέα της απόλυτης ένωσης με τον Άλλον και επιστρέφουμε στη θνητή ζωή. 

Κι έτσι, η απώλεια σε κάθε έρωτά μας είναι ένα καθρέφτισμα της απώλειας που συνόδευσε τη γέννησή μας – γι’ αυτό και τα δύο πένθη είναι ανάλογα. Το πένθος του έρωτα είναι σαν παραλλαγή του ιδιότυπου πένθους που σημαίνει το «είμαι ζωντανός», όπως τοποθετήθηκε παραπάνω. Αν δε το πένθος των ενήλικων απωλειών μας είναι προϋπόθεση ζωής, τότε, το πένθος του έρωτα είναι κι αυτό προϋπόθεση για το επόμενο βήμα μας στη ζωή. 

Όμως, ας μην ξεχνούμε ότι με το πένθος των ερώτων μας μπορεί να θρηνούμε την απώλεια της ιδέας της αθανασίας αλλά, ταυτόχρονα, γιορτάζουμε. Γιορτάζουμε την όλο και πιο ώριμη μύηση στη θνητότητά μας· όσο την αρνιόμαστε δυστυχούμε, γιατί παλεύουμε με κάτι ανίκητο και όσο την αποδεχόμαστε, έχουμε τη δυνατότητα να στήσουμε μια αυθεντική ζωή.
Κάθε φορά, λοιπόν, που πενθούμε έναν έρωτα, αφήνουμε ακόμα περισσότερο πίσω μας το πρωταρχικό όλον που αποτελούσαμε με το μητρικό σώμα και εισερχόμαστε βαθύτερα σε ένα ακόμα ευρύτερο όλον, το όλον της ζωής και του κόσμου, ένα όλον του οποίου στοιχείο είμαστε κι εμείς οι ίδιοι. 

54 Ο έρωτας ως άσκηση θανάτου  

Τελικά, θα έλεγα ότι ο έρωτας αντικατοπτρίζει τη στιγμή που γλιστρούμε στον λαιμό της μήτρας, όπως και την προσπάθειά μας να διακόψουμε τη διαδρομή – σαν κάποιος που αρπάζεται από ένα δέντρο για να μην τον παρασύρει ο τυφώνας· το δε τέλος του έρωτα είναι όταν τον παρασέρνει ο τυφώνας – όταν γεννιόμαστε και παίρνουμε την οδυνηρή πρώτη ανάσα και το οξυγόνο καίει τα πνευμόνια μας. 

Γι’ αυτό και μου αρέσει να λέω πως ο έρωτας είναι η ύψιστη άσκηση θανάτου, η οποία ωστόσο μας γεφυρώνει με τη γεύση ζωής και τη γαλήνη, αφού αποδεχτούμε τα όρια της ύπαρξής μας.

Το πέρας των ερώτων είναι μια έξωση, μια πτώση καθώς αναχωρούμε από την ασφάλεια ενός παραμυθένιου παλατιού για να μπούμε στο επικίνδυνο δάσος· όμως επίσης, είναι μια επιστροφή στο κέντρο μας –όσο φτωχικό και αν είναι, παραμένει πραγματικό– και, κυρίως, ολόδικό μας. Μόλις παύουμε να είμαστε εστιασμένοι στην ιδανική μορφή του Άλλου, αρχίζουμε να χαλαρώνουμε κάπως το γράπωμα στην αθανασία και, κατά βάση, στην ψευδαίσθηση της αποφυγής του θανάτου μας: «Ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε αυτό που οι μάγοι διατείνονται / Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα» (Ελύτης, 1991).

56 Δεν υπάρχουν ανώριμοι, αληθινοί ή ψεύτικοι έρωτες 

Ίσως τώρα να κατέστη φανερό το γιατί σημείωσα ήδη πολλές φορές πόσο έντονα διαφωνώ με προσεγγίσεις οι οποίες, ισοπεδωτικά κατ’ εμέ, διαγράφουν το τεράστιο υπαρξιακό δράμα που παίζεται με τους έρωτές μας, και βλέπουν τον έρωτα μόνο ως μια εφηβική κατάσταση, κάτι ανώριμο, μια απόπειρα απλώς να «διορθώσουμε» τις ατέλειες της μάνας μας. 

Πράγματι. Οι σχέσεις μας με τους γονείς μας καθώς και οι μεταξύ τους σχέσεις, δημιουργούν τεράστια κενά και, γι’ αυτό, επιδρούν αναδρομικά τόσο στην επιλογή των συντρόφων μας όσο και, μοιραία, στο πώς διαμορφώνονται οι έρωτές μας. Όμως, στην παρούσα προσέγγιση, ενώ τα αναπτυξιακά μας θέματα σαφώς είναι σημαντικότατη μεταβλητή των ερώτων μας, σε καμία περίπτωση δεν θεωρούνται η μοναδική αιτία που ερωτευόμαστε (βλ. ενότητα 15, σ. ??). 

Με αυτήν την οπτική, δεν έχει κανένα νόημα να μιλούμε για ψεύτικους και αληθινούς έρωτες. Ο έρωτας είναι εξαρχής ψευδαίσθηση, αφού προβάλλουμε στον Άλλον ό,τι θέλουμε να δούμε σύμφωνα με τις βαθύτερες διαδικασίες που εξυφαίνουν το φαινόμενο του έρωτα. Αυτό όμως δεν αλλάζει καθόλου ούτε μειώνει την εγκυρότητα των όσων βιώνουμε.
Διαφορετικά, θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε ως ανώριμες και τις ψευδαισθήσεις ενός ψυχωσικού επεισοδίου. Αν δηλαδή σε ένα τέτοιο επεισόδιο κάποιος πει ότι βλέπει έναν δράκο να πετάει στο δωμάτιο βγάζοντας φλόγες και τρέμει από τον φόβο του, ο φόβος είναι όντως βίωμα του ανθρώπου που βλέπει τον ιπτάμενο δράκο, ανεξάρτητα από το ότι για εμάς δεν υπάρχει δράκος. Ή, όταν βλέπουμε έναν εφιάλτη, ο οποίος είναι γέννημα της φαντασίας μας και μόνο, όντως ιδρώνουμε ή βροντά η καρδιά μας. 

57 Έρως: «Ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς»

Κάποτε σκέφτηκα ότι οι άνθρωποι είμαστε σαν τα βουνά, αν αντιστοιχήσουμε τον χρόνο με το ύψος. Στους πρόποδες (στα πρώτα χρόνια της ζωής μας), τα βουνά αγγίζονται και χωνεύονται μεταξύ τους χωρίς σαφή όρια· με το πέρασμα του χρόνου (προς τις κορυφές), οι όγκοι των βουνών ξεχωρίζουν, απομακρύνονται φυσικά μεταξύ τους, αλλά μπορούν πάντα να ανήκουν στην ίδια οροσειρά. 

Με τον έρωτα συμβαίνει μια πρόσκαιρη αντιστροφή. Κουρασμένοι να ανεβαίνουμε το βουνό μας, ξεχνούμε ότι όσο ανεβαίνουμε είναι φυσικό να ξεχωρίζουμε από τους άλλους. Για λίγο, νομίζουμε ότι κατρακυλούμε και πάλι στους πρόποδες· εκεί, χωνεμένοι με ένα άλλο βουνό, τον Άλλον, παίρνουμε για λίγο μια παρηγοριά για την ανηφοριά μας.
Κι όταν ξυπνούμε από το όνειρο, στο σημείο όπου βρισκόμασταν, παίρνουμε μια βαθιά ανάσα και συνεχίζουμε με περισσότερη επίγνωση τη διαδρομή μας· συνεχίζουμε, ως το επόμενο σημείο καμπής, ως τον επόμενο έρωτα, ως το επόμενο σημείο ανάπαυλας, ως τον επόμενο θάνατο, και ούτω καθεξής. 

Το σημαντικό είναι η ίδια η κίνηση, η υπέρβαση και όχι η κατεύθυνσή της, αφού ούτως ή άλλως η μία κατεύθυνση προϋποθέτει την άλλη: το παιδί που γίνεται ενήλικας, ο ενήλικας που μέσω των ερώτων ξαναγίνεται παιδί και μετά πάλι ενήλικας. Ένας κύκλος ζωής και θανάτου με σταθμό σημαδιακό τον έρωτα, ως ένα γάγγλιο όπου η κίνηση αντιστρέφεται ξανά και ξανά, καθώς ο κύκλος αυτός σμιλεύεται επάνω στον άξονα του χρόνου μας για να αναπτυχθεί σε μια σπείρα διαρκώς εξελισσόμενη.

58 Έρως ξανά και ξανά, ή:
ο έρωτας τοποθετημένος στο ευρύτερο φόντο της ζωής μας

Κάποιος μπορεί εύλογα να αναρωτηθεί: «Καλά, ας βιώνω διαχρονικά την ανάγκη να ερωτεύομαι, όμως πώς να συνταιριάζω αυτήν την ανάγκη με ό,τι άλλο συμβαίνει και με ό,τι άλλες ανάγκες εμφανίζονται στις διάφορες εποχές της ζωής μου; Ας πούμε, ως έφηβος, ως νέος, μπορώ να ερωτεύομαι κι εύκολα να ζω ό,τι ζω. Μετά; Τι γίνεται; Τι κάνω; Τρέχω από έρωτα σε έρωτα – αφού είναι διαχρονική η ανάγκη μου; Σκοτώνω αυτήν την ανάγκη μου; Τι κάνω;».
Θεωρώ ότι, όποτε και αν ερωτευόμαστε, σε οποιεσδήποτε περιστάσεις, το πολύ σημαντικό είναι:
(α) να θυμόμαστε ότι ο έρωτας, όσο και αν μας έχει πλημμυρίσει, δεν είναι η μοναδική μας ανάγκη και
(β) να τοποθετούμε την ανάγκη αυτή (αφού την αποδεχτούμε) στο συνολικό πλαίσιο της ύπαρξής μας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μας στην οποία αναδύεται, και ανάλογα να επιλέγουμε τι θα κάνουμε και τι όχι στην πράξη μας.

Με μια άλλη διατύπωση:
(α) Στα έσω μας, παραδιδόμαστε εντελώς στο βίωμα του έρωτα σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής μας αυτό ανακύψει, ακόμα και αν έχουμε καλά γνωρίσει από την εμπειρία μας ότι αυτό που βιώνουμε θα ολοκληρώσει τον κύκλο του και θα τελειώσει ή θα αλλάξει.
(β) Ταυτόχρονα, ενώ ανοίγουμε για να υποδεχτούμε πλήρως το βίωμα, προτού πράξουμε προς τα έξω οτιδήποτε, συσχετίζουμε ό,τι βιώνουμε με ό,τι άλλο είμαστε στη συγκεκριμένη φάση ζωής που διανύουμε – ή, για να το πούμε αλλιώς, συναρτούμε τον έρωτα που νιώθουμε να μας πλημμυρίζει με τις υπόλοιπες ανάγκες μας εκείνης της ορισμένης φάσης ζωής. 

59 Έρως ξανά και ξανά, ή:
      ένα ζήτημα ευθύνης, πέρα από την παιδική παντοδυναμία

Εμείς οι άνθρωποι είμαστε όντα με πολλαπλές και συχνά αντιφατικές ανάγκες και επιθυμίες. Θέλω να φάω τρεις πίτσες και τρία παγωτά και ταυτόχρονα θέλω να μην παχύνω. Χρειάζομαι να δουλεύω με τρελούς ρυθμούς για να συσσωρεύω χρήματα και δόξα και, ταυτόχρονα, χρειάζομαι να κάνω χίλια άλλα πράγματα και να ξεκουράζομαι και να είμαι πάντα γεμάτος ενέργεια και να νιώθω ότι είμαι καλός γονιός.
Επίσης, έχω ανάγκη να ερωτεύομαι παθιασμένα νέα πρόσωπα και, ταυτόχρονα, χρειάζομαι σταθερά τη συντροφικότητα και την αγάπη σου, σαν φωλιά πάντα διαθέσιμη για μένα. 

Ωστόσο, σε αυτήν τη ζωή δεν είμαστε ούτε βρέφη ούτε θεοί. Δεν είμαστε ούτε καν ημίθεοι και, ως θνητοί, δεν μπορούμε να έχουμε πάντα και ατόφιο αυτό που επιθυμούμε. Οι ανάγκες μας δεν ικανοποιούνται πάντα, αλλά σχεδόν πάντα συγκρούονται μεταξύ τους, ακριβώς γιατί είναι πολυάριθμες και ταυτόχρονες· συνεπώς, κάθε φορά, είναι απαραίτητο να ενορχηστρώνουμε προσεχτικά τις επιλογές μας, αποφασίζοντας ποια ανάγκη σε ποια κατάσταση και χρονική στιγμή θα είναι αυτή που θα οδηγήσει την πράξη μας. 

Θα λέγαμε, δηλαδή, ότι το «δικαίωμα στον έρωτα» δεν σημαίνει καθόλου ότι ο έρωτας είναι αξιωματικά και πάντα η σημαντικότερη ανάγκη μας, ότι γίνεται αναγκαστικά και ο μόνος πλοηγός της ζωής μας ή ότι τα πάει μια χαρά με ό,τι άλλο είμαστε και γινόμαστε.
Μάλλον, συσχετίζοντας τον έρωτα με άλλες ανάγκες μας σε κάποια περίοδο της ζωής μας, ό,τι και αν επιλέξουμε, πάντα κάτι χάνουμε από ό,τι αφήνουμε πέρα λόγω της επιλογής μας – δεν μπορούμε να έχουμε πάντα και τον σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη… 

Με άλλα λόγια, το αν θα γεννηθεί ένας έρωτας μέσα μου, δεν είναι ζήτημα επιλογής· όπως κάθε συναίσθημα και ανάγκη, οι διάφορες μεταβλητές του έρωτα πρωτοσχηματίζονται στα μη συνειδητά μου βάθη, ανάλογα με το τι άλλο βιώνω σε κάποια συγκεκριμένη καμπή της ζωής μου και ανάλογα με την ιστορία μου. 

Το αν όμως θα επιλέξω τον έρωτα ως κυρίαρχη ανάγκη στη δεδομένη χρονική στιγμή και συνθήκη της ζωής μου επίσης σε επίπεδο πράξης, συνιστά όντως ένα δύσκολο ζήτημα προσωπικής ευθύνης.
Είναι, δηλαδή, πολύ πιθανό το εξής: όσα γίνονται τώρα στη μη συνειδητή Σκιά μου, ενώ έχουν ως αποτέλεσμα το ξύπνημα της ανάγκης μου να ερωτευτώ, να επιφέρουν μεγάλη σύγκρουση αυτής της ανάγκης μου με τις διάφορες καταστάσεις στις οποίες ήδη βρίσκομαι στο παρόν μου, λόγω άλλων αναγκών μου.

59γ Ο σιωπηλός «έρωτας-γρίπη»: ένα παράδειγμα για τη σχέση του
       έρωτα με το ευρύτερο φόντο ζωής 

Πριν από πολλά χρόνια, όταν βρισκόμουν σε μια άλλη χώρα, ήρθαν οι περιστάσεις και είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά έναν μεγάλης ηλικίας σκηνοθέτη, τον οποίο θαύμαζα από παλιά για το έργο του. Με εντυπωσίασαν πολύ τα λόγια του όταν η συζήτηση ήρθε στον έρωτα. 

Με σοβαρότητα αλλά και αρκετή δόση χιούμορ, μου είπε εμπιστευτικά ότι, με τα χρόνια, ο έρωτας είχε γίνει για τον ίδιο κάτι σαν γρίπη: όποτε την περνούσε, γνώριζε πλέον καλά τα συμπτώματα και τον κύκλο που θα έκαναν έως ότου παρέλθουν.
Ωστόσο, δεν έπαυε πού και πού να ερωτεύεται αλλά, όπως είχε τονίσει χαμογελαστά, ήταν πια σαν να περνούσε «μια εποχιακή γρίπη, άλλοτε ήπια κι άλλοτε εντονότατη, όμως διόλου δυσάρεστη, από εκείνες που σε αναγκάζουν να μείνεις στο κρεβάτι, άρα και με τον εαυτό
σου, και δεν γίνεται παρά να στοχάζεσαι για το πού βρίσκεσαι στη διαδρομή σου».

Κι ακόμη, μου είπε ότι τις περισσότερες φορές δεν έβρισκε πια κανένα νόημα να αναστατώσει ο έρωτας τη ζωή του σε επίπεδο πράξης. Γι’ αυτό, πρόσθεσε, εδώ και καιρό, αν και όποτε ερωτευόταν, ερωτευόταν σιωπηλά. 

…………………………………………

Εγγραφή στο Newsletter

You can change your mind at any time by clicking the unsubscribe link in the footer of any email you receive from us, or by contacting us at petrosthu@gmail.com. We will treat your information with respect. For more information about our privacy practices please visit our website. By clicking below, you agree that we may process your information in accordance with these terms.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here: https://mailchimp.com/legal/

 Newsletter Permissions * :