Στις Σκιές του έρωτα – Επισκόπηση ενοτήτων (1)

Σημείωση
     ** Ό,τι επιλέχθηκε για επισκόπηση σε κάθε μία από τις αναρτήσεις της κατηγορίας αυτής, ΔΕΝ συνιστά ένα ολοκληρωμένο κείμενο με συνέχεια και οργανωμένη πληροφορία, εφόσον πρόκειται για αποσπάσματα.
     ** Ο στόχος των αποσπασμάτων είναι μόνο να πάρει ο ενδιαφερόμενος μία “γεύση” όχι μόνο της κατά βάση υπαρξιακής προσέγγισης του έρωτα στο συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά και του ύφους με το οποίο παρουσιάζεται η εν λόγω προσέγγιση. 
     ** Στο σύνολο των αναρτήσεων 1, 2, 3, 4 με επιλογές από τις ενότητες του βιβλίου, καλύπτονται 80 από τις 460 συνολικά σελίδες του.
     ** Στα αποσπάσματα υπάρχουν ενδεικτικά μόνον ελάχιστα Παραθέματα, ενώ στο βιβλίο, κάθε ενότητα ακολουθείται και από ένα Παράθεμα (238 συνολικά)


** Αποσπάσματα από τον Πρόλογο, την Εισαγωγή, τα Κεφάλαια 1, 2 και 3
** Ο Πίνακας Περιεχομένων του βιβλίου


ΠΡΟΛΟΓΟΣ 
Α. Περί τίνος πρόκειται

Οι σελίδες που έπονται μιλούν για διάφορες όψεις του έρωτα· με υπευθυνότητα και έντιμες προθέσεις, χωρίς όμως τον στόχο να συγκροτήσουν μια καθαρά επιστημονικού τύπου μελέτη. Πρόκειται κυρίως για προσωπικές σκέψεις, υποθέσεις, συνδέσεις, που όμως στηρίζονται σε σαφείς βάσεις και συνδέονται μεταξύ τους, για να χαρτογραφήσουν με έναν δικό τους τρόπο, και πάντοτε με ευγένεια και προσοχή, τα τόσα και τόσα τοπία του έρωτα.

Ποιος είναι ο έρωτας των «αιρετικών»;
Σπεύδω να διευκρινίσω πως, λέγοντας «έρωτας» στις επόμενες σελίδες, δεν εννοώ:
(α) κάποιο εφηβικού τύπου ανώριμο συναίσθημα που μας ζαλίζει μέχρι να συνετιστούμε και να ωριμάσουμε,
(β) κάποια γενική και αφηρημένη ζωική δύναμη που μας σπρώχνει ενθουσιώδεις προς ένα γενικό και αόριστο άνοιγμα στη ζωή,
(γ) κάποια υποτιθέμενα ώριμη και βαθιά αγάπη που μυστηριωδώς, παρότι γερνά, καταφέρνει να μένει ολοζώντανη και σπαρταριστή για μπόλικες δεκαετίες – μια ιδεατή περίπτωση σχέσης, η οποία όμως ουδόλως σχετίζεται με το πώς εννοώ εδώ τον έρωτα. 

Ο έρωτας που θα φτερουγίσει ανάμεσα στις επόμενες σελίδες είναι μια βαθύτατη και πολυδιάστατη εμπειρία, η οποία περιλαμβάνει ανάγκες, αισθήματα, σκέψεις και αισθήσεις, με όλα αυτά να αναφέρονται σε κάποιο άλλο, απτό πρόσωπο.
Στην ουσία ο έρωτας, στη συγκεκριμένη προσέγγιση, είναι ένα υπαρξιακό δράμα ζωής και θανάτου. Ένα δράμα που ξετυλίγεται σε συνάρτηση με απολύτως ορισμένα χαρακτηριστικά κάποιου ξεχωριστού «Άλλου», μοναδικού και μονάκριβου για τον κάθε ερωτευμένο· μια εμπειρία ικανή για πολλά πράγματα. Ας πούμε:

* Να στοιχειώνει τον ερωτευμένο και να του γεννά μια αβάσταχτη ανάγκη προσκόλλησης στον Άλλον, μια ακατανίκητη εξάρτηση, καθώς και μια αβυσσαλέα αγωνία στην παραμικρή πιθανότητα επικείμενης εγκατάλειψης.
* Να του δημιουργεί την παράλογη βεβαιότητα ότι γνωριζόταν από πάντα με τον Άλλον, ότι η συνάντησή τους ήταν ένα μοιραίο γεγονός του οποίου την εξέλιξη τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει.
* Να τον περιλούζει με τη σχεδόν μεταφυσική σιγουριά μιας αρμονίας και μιας βαθύτατης οικειότητας, που δεν δικαιολογείται από το πόσο και πώς γνωρίζει τον Άλλον.
* Να τον υπνωτίζει με τη βεβαιότητα πως ο Άλλος έχει κλέψει και κατέχει κάτι από τον ίδιο τον πυρήνα της ύπαρξής του, αφήνοντάς τον αθεράπευτα λειψό – έτσι που και μόνο με το χάδι της ματιάς του Άλλου, τα θραύσματα ενός σπασμένου κόσμου επανέρχονται αυτομάτως στη θέση τους και ξανασυναρμολογούν ιδανικά, σε μία και μόνο αλλά απέραντη στιγμή, τις εικόνες ολόκληρης της ζωής του ερωτευμένου.
__________

1. Όταν βλέπω το λαμπύρισμα του ήλιου στο νερό, σε φαντάζομαι ως Ποσειδώνα να προβάλλεις στο βάθος πάνω από τα κύματα και να έχεις στραμμένο το κεφάλι σου προς τα δεξιά και να πετά το φουντωτό μαλλί σου που τόσο αγαπώ. Εις τον Έναν και Άγιον Ποσειδώνα κυριευτή των θαλασσών και των ωκεανών, ομολογώ Έρωτα απύθμενον εις άφεσιν ορίων. Προσδοκώ. Τα πάντα κι άλλα τόσα. Αμήν. (Εκμυστηρεύσεις, 3)
__________ 

Β. Το «υπο-κείμενο» των Παραθεμάτων και των Εκμυστηρεύσεων

Στο τέλος κάθε ενότητας και πριν από την αρχή της επόμενης, παρεμβάλλεται και ένα Παράθεμα ή μία Εκμυστήρευση ανωνύμου. Τα εκάστοτε Παραθέματα ή Εκμυστηρεύσεις είναι αγκιστρωμένα στην ενότητά τους, αλλά χωρίς απαραίτητα να σχολιάζουν τα όσα προηγήθηκαν.

Τα Παραθέματα
Παρεμβάλλω τα Παραθέματα γιατί, όταν η γλώσσα απλώς περιγράφει τα πράγματα, νοιάζεται κυρίως να τους δώσει ένα σχήμα στον νου μας. Ωστόσο, στην τέχνη, χρησιμοποιούνται αλλιώς οι λέξεις. Δεν νοιάζεται για την εννοιολογική τους ακρίβεια, αλλά για το τι αίσθηση θα υφάνει με αυτές πέρα από τον νου και τη λογική.

Οι Εκμυστηρεύσεις
Στις Εκμυστηρεύσεις, εννοείται πως είχα τη συγκατάθεση των προσώπων που μου τις διέθεσαν για να τις παρεμβάλλω ως Παραθέματα, ενώ σε κάθε περίπτωση διατηρήθηκε η ανωνυμία των δημιουργών τους. Πρόκειται για μερικά λυρικότατα μηνύματα γραμμένα στο κινητό τηλέφωνο, τα οποία, με χιούμορ και προθυμία, είχε την ιδέα να μου διαθέσει φιλικό μου ζευγάρι· είχαν αμφότεροι γοητευτεί από τα προσχέδια του βιβλίου και οι ίδιοι μου πρότειναν να το στηρίξουν με αυτόν τον ιδιόμορφο τρόπο, όταν τους μιλούσα για την ιδέα των Παραθεμάτων.

Φυσικά, ενθουσιάστηκα. Στη συνέχεια, οι φίλοι μου συμφώνησαν μεταξύ τους για τα μηνύματα που τελικά μου εμπιστεύτηκαν από την αλληλογραφία τους (επέλεξαν εκείνα που είχαν το πιο ρομαντικό και ουσιαστικό περιεχόμενο), με την εγγύησή μου ότι τα μηνύματα θα διατηρήσουν την αυθεντικότητά τους και οι ίδιοι την ανωνυμία τους.

Ε. Ποια μάτια κοιτάζουν ποιον; Ποιοι είναι οι «αιρετικοί της αγάπης»;

Αν διαιρούσαμε τον υπότιτλο του βιβλίου σε επί μέρους κομμάτια, θα έλεγα τα εξής για το τι εννοεί το καθένα μέρος του:
«Τα μάτια που με κοίταξαν»
Όλοι μας ψάχνουμε ο ένας τον άλλον έτσι κι αλλιώς γιατί, εκ κατασκευής (και όχι για λόγους μεταφυσικούς), αντλούμε ύπαρξη καθρεφτιζόμενοι αμοιβαία στα βλέμματά μας, καθώς κινούμαστε στην απέραντη σκηνή της ζωής. 

Στον έρωτα, τα μάτια του Άλλου που με κοιτάζουν, με κοίταξαν ή θα με κοιτάξουν, αποκτούν ιδιαίτερα φορτισμένες σημασίες. Γίνονται μοναδικά παράθυρα αλλότριων κόσμων. Μεγάλων, συναρπαστικών, γοητευτικών κόσμων. Είναι συγκλονιστικές αφορμές χαράς, πόνου, ζωής και πολλών, πάρα πολλών θανάτων. Κι ακόμα, είναι αφορμή να ξαναλάμψουν στη βιωματική μας μνήμη εκείνα τα πρώτα, αρχαία γονεϊκά μάτια που μας πρωτοκοίταξαν όταν γεννηθήκαμε. Έτσι, αυτή η παροντική αναλαμπή ενός μακρινού και μη συνειδητού «τότε» επιδρά με πολλούς τρόπους στο παρόν του κάθε λογής έρωτά μας.

«Οι αιρετικοί της αγάπης»
Είναι τόσο ελλιπής η σχεσιακή μας παιδεία και τόσο ισχυρά ριζωμένες οι περί σχέσεων προκαταλήψεις και ισοπεδώσεις στην καθημερινότητα, που αν κάποιος αναζητά με τόλμη το προσωπικό του μονοπάτι σε όλα αυτά, βρίσκεται αντιμέτωπος με κάτι που θα χαρακτήριζα υψηλό βαθμό υπαρξιακού κινδύνου: να στιγματιστεί ως «αιρετικός», σε σχέση με τα εξής:
(α) την καθεστηκυία τάξη των πατριαρχικά καθορισμένων συμβάσεων, οι οποίες διέπουν τα κοινωνικά αποδεκτά (και συχνά ασφυκτικά) πλαίσια των συναντήσεών μας,
(β) περιοριστικές μεταλλάξεις της αγάπης, οι οποίες την ταυτίζουν με την καρικατούρα μιας σχεδόν ιερής μεταξύ μας σύνδεσης, συντηρούμενης από τις αθλιότητες της εποχής μας και την υποκουλτούρα του διαδικτύου – βλ. ενότητα 114. 


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Οι κεντρικές περί σχέσεων ιδέες στις Σκιές του έρωτα    
(α) Η αυτονομία αγάπης, έρωτα, σεξουαλικότητας

Μιλώντας για την ευρύτερη ανάγκη αγάπης, έρωτα και σεξουαλικού πόθου, εννοούμε τρεις μεγάλες ομάδες επί μέρους αναγκών, οι οποίες αποκτούν την ταυτότητά τους ως εξής:
* Στην «αγάπη» μεταξύ συντρόφων, το χρώμα δίνουν οι ανάγκες για ψυχική εγγύτητα, συμπόρευση, επίγνωση αλλά και αποδοχή της αναπόφευκτης διαφορετικότητάς μας.
* Στον «έρωτα», αντιθέτως, κυρίαρχη είναι η ανάγκη μας να ξεχάσουμε τη διαφορετικότητά μας, να υπερβούμε τα όρια του προσωπικού μας σύμπαντος, να χάσουμε την ατομικότητά μας βουτώντας στο ομοιογενές σύνολο που συνεπάγεται η απόλυτη, ιδανική ένωση με τον Άλλον.
* Στη «σεξουαλικότητά» μας, κυρίαρχη είναι η ανάγκη μας να κατέβουμε στις χθόνιες ρίζες μας, να χαρούμε το άρωμα, τον ιδρώτα, το σμήγμα, τις εκκρίσεις των ζωντανών, παλλόμενων σωμάτων.

(β) Γνωρίσματα και σχέσεις των αναγκών αγάπης, έρωτα, σεξουαλικότητας

(1) Αυτές οι ανάγκες είναι σχετικά ασύμβατες μεταξύ τους – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν συναντιούνται σε πολλά σημεία. Εννοώ ότι ο έρωτας, όπως θα δούμε, προϋποθέτει την ομοιότητα, ενώ η αγάπη τη διαφορά (κάτι σαν το νερό με το λάδι)· επιπλέον, η σεξουαλικότητα μπορεί να συνοδεύει τόσο την αγάπη όσο και τον έρωτα, αλλά όχι απαραίτητα και όχι κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο.

(2) Η αγάπη, ο έρωτας και η σεξουαλικότητα δεν υποκαθίστανται μεταξύ τους ή δεν είναι, ούτε μπορούν να γίνουν ποτέ, συγκοινωνούντα δοχεία. Αν και οι ανάγκες αυτές συνδέονται σαφώς στο πλαίσιο ολόκληρης της ύπαρξής μας, δεν μπορεί να υπερτονιστεί η μία ανάγκη, ώστε να ικανοποιηθούν από το περίσσευμα και οι άλλες (όσο και να φάμε, δεν ξεδιψούμε). Η ιδέα ότι ικανοποιώντας μία από τις τρεις ανάγκες ησυχάζουν και οι άλλες δύο, είναι ένας ακόμη κλασικός μύθος περί σχέσεων. 

(3) Καμία από τις τρεις αυτές ανάγκες μας δεν είναι «ομπρέλα» για τις άλλες. Δηλαδή, δεν τίθεται κανένα απολύτως ζήτημα κάθετης ιεραρχικής αξιολόγησης των τριών αυτών αναγκών, από τη σπουδαιότερη προς τη λιγότερο σπουδαία. Ακριβώς επειδή διαφέρουν, δεν συγκρίνονται μεταξύ τους, και δεν είναι λες και υπάρχει μια κάθετη γραμμή που τις συνδέει ιεραρχικά, με την αγάπη στην κορυφή, όπως συνήθως λέγεται ότι συμβαίνει.

(4) Οι τρεις αυτές ανάγκες αλλάζουν με τον χρόνο. Σε ένα σύμπαν αέναων μεταμορφώσεων, δεν παραμένουμε ίδιοι ούτε εμείς ούτε οι ανάγκες ούτε οι σχέσεις μας. Είναι μύθος ότι, όταν μια σχέση αλλάζει, είναι προβληματική και ότι κριτήριο μιας καλής σχέσης είναι το να μη μεταβάλλεται και να μην περιλαμβάνει κραδασμούς. Επίσης, σχετικός μύθος είναι ότι μια σχέση που διακόπτεται είναι «κρίμα» ή ότι «απέτυχε». 

(5) Όποια από τις τρεις αυτές ανάγκες και αν κυριαρχεί στον τρόπο που σχετιζόμαστε κάθε φορά, ποτέ δεν μπορούμε να δούμε αντικειμενικά τι συμβαίνει στη σχέση μας, ούτε να γνωρίσουμε πλήρως τον Άλλον. Είναι μύθος ότι γνωρίζουμε απολύτως και αντικειμενικά αυτά που συμβαίνουν μεταξύ μας ή ότι ξέρουμε απ’ έξω κι ανακατωτά τον άλλον στην όποια σχέση μας.

(6) Οι τρόποι με τους οποίους ερωτευόμαστε, αγαπούμε, ποθούμε, αντικατοπτρίζουν το πώς διαχειριζόμαστε κάποια πάρα πολύ βαθιά και κοινά γνωρίσματα που έχουμε όλοι μας: τα λεγόμενα και κοινά μας «υπαρξιακά δεδομένα». Εννοώ τη μοναξιά λόγω της μοναδικότητάς μας, την κάθε λογής απώλεια και θάνατο, τη ματαιότητα, την ευθύνη των επιλογών μας σε έναν κόσμο στον οποίο δεν ελέγχουμε το παραμικρό από τα φυσικά γεγονότα του και ο οποίος μοιάζει να αδιαφορεί παντελώς για εμάς (Χαρισιάδης, 2016, Yalom, 2011). Οπότε, αναγκαστικά, στο σκηνικό των διαδρομών μας με τον Άλλον, συμμετέχουν πάντοτε αυτά τα κοινά μας και τρομαχτικά υπαρξιακά γνωρίσματα, ανεξάρτητα από το αν καλύπτονται από τα φώτα και τις μουσικές της καταναλωτικής, τάχα χαρούμενης ζωής μας.

(7) Δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε ταυτοχρόνως και τις τρεις αυτές ανάγκες στον ίδιο βαθμό. Δεν υπάρχει μαγικό κουμπάκι για κάτι τέτοιο, και το ραβδάκι του Χάρι Πότερ είναι πολύ μικρό. Δεν υπάρχει ιδανικός Άλλος, ακριβώς γιατί πρόκειται για ανάγκες που διαφέρουν και είναι συχνότατα συγκρουόμενες, παρότι συνδυάζονται με πολλούς τρόπους. 

(8) Τέλος, οποιαδήποτε από αυτές τις ανάγκες κι αν επιλέξουμε ως κυρίαρχη σε μια φάση της ζωής μας, πάντα, κυριολεκτικά πάντα, κάτι χάνουμε από τις άλλες δύο. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν να ζητούμε από τον εραστή που μας ξετρελαίνει ή από αυτόν που έχουμε παθιασμένα ερωτευτεί, να μας αγαπά όπως ένας σύντροφος-συνοδοιπόρος σε μια σχέση που χαρακτηρίζεται από εγγύτητα, διάρκεια και δέσμευση του ενός συντρόφου απέναντι στον άλλο – και το αντίστροφο.

(γ) Η μόδα της εξιδανικευμένης «σχέσης-τέρατος»

Πρόκειται για την ιδέα ότι σε μια σχέση θα πρέπει να συνδυάζονται πάντα και αρμονικά οι τρεις αυτές ανάγκες – ένας από τους πιο μεγάλους και επικίνδυνους περί σχέσεων μύθους. Θεωρώ ότι η ιδέα αυτή αντιτίθεται τελείως σε όσα μόλις αναφέρθηκαν, θολώνει εντελώς τα νερά στα ζητήματα των σχέσεών μας και μπερδεύει αξεδιάλυτα καταστάσεις, προσδοκίες, συναισθήματα που συνοδεύουν ό,τι κάνουμε στις συναντήσεις μας. 

Εννοώ πως μάθαμε να ζητούμε  πάρα πολλά από τον υπαρκτό ή φανταστικό σύντροφο. Και μάλιστα συχνότατα σε τόνους που θυμίζουν προσδοκίες πρωταθλητισμού, σε ένα αφελές μεταμοντέρνο, εξιδανικευμένο και εντελώς ανέφικτο μοντέλο σχέσης, στο οποίο υποτίθεται ότι συνδυάζονται αιωνίως και επιτυχημένα η αγάπη, ο έρωτας και η σεξουαλική επιθυμία. 

Σε αυτήν τη σχέση-τέρας (βλ. ??), ο Άλλος πρέπει να είναι τα πάντα για εμάς: σύντροφος, φίλος, εραστής, αφοσιωμένος ερών και πειθήνιος ερώμενος, συνοδοιπόρος στην καθημερινότητα, άψογος συνεργάτης-γονιός στα παιδιά μας. Βέβαια, πρέπει κι εμείς να νιώθουμε ακριβώς έτσι για τον Άλλον. Κι όταν κάτι από αυτά δεν συμβαίνει, γεμίζουμε ενοχές ή κατηγορούμε τον Άλλον, αναλόγως με το πώς νιώθουμε αυτό που θεωρούμε αποτυχία στη σύνδεση μαζί του. 

(δ) Η έλλειψη ουσιαστικής επίγνωσης για τις κάθε λογής σχέσεις μας

Με αξιοθαύμαστη επιμονή προδίδουμε και προδιδόμαστε, θέλουμε να νομίζουμε ότι υποσχόμαστε αλλά εύκολα αθετούμε, ονειρευόμαστε στα σοβαρά αιώνιες συντροφικές σχέσεις με άσβεστο έρωτα και πύρινο σεξ, ενώ απορούμε με παιδική αφέλεια όταν διαπιστώνουμε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον λόγω της ίδιας μας της κατασκευής (και όχι γιατί είμαστε άτυχοι). Θεωρούμε την αγάπη αυταπόδεικτη αξία και πανάκεια, ενώ ταυτόχρονα αρνούμαστε το πόσο μας δυσαρεστούν οι περιορισμοί και τα κόστη της, ωραιοποιούμε πολλές ονειροπολήσεις «τι ωραία που θα ήταν, αν… τότε που…», καθώς και το περιπόθητο «happy end» στη φαντασία μας, ανοίγουμε διάπλατα το σώμα και την ψυχή μας εκεί όπου η προσφορά μας καταλήγει στα σκουπίδια και χαραμίζεται, ενώ χωρίς δισταγμό τσιγκουνευόμαστε την αναπνοή μας όταν μας πλησιάζουν με χαμόγελο και καθαρότητα…


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Τα Σκιώδη υλικά του έρωτα

Προτού πούμε οτιδήποτε για τη φύση του έρωτα, θα δούμε στο Κεφάλαιο αυτό μερικές κρίσιμες φάσεις της ανάπτυξής μας και κάποια φαινόμενα της ψυχικής μας ζωής, τα οποία και συμπράττουν για να φτιαχτεί η πρώτη ύλη αυτού που ονομάζουμε «έρωτα» – σύμφωνα, πάντοτε, με την προσέγγιση της λέξης στο παρόν έργο. 

1 Στον ωκεανό της μήτρας
1α Το «ωκεάνιο» αίσθημα

Όσο είμαστε μέσα στην κοιλιά της μάνας μας, τυλιγμένοι από μια πανταχού παρούσα μήτρα, ζούμε σε έναν παράδεισο: ως έμβρυα, τρεφόμαστε διαρκώς και επαρκώς.
Επίσης, ο νους και η συνείδηση δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί. Δεν μπορούμε να πούμε «εγώ είμαι»· ούτε να παρατηρήσουμε αυτό το «εγώ είμαι» στην οθόνη του νου μας, να το αντιληφθούμε μέσα από νοητικές διεργασίες, όπως συμβαίνει αργότερα, στην ενήλικη ζωή μας. Δεν μπορούμε να το συγκρίνουμε, να το αξιολογήσουμε, να το τοποθετήσουμε μέσα σε ένα περιβάλλον, απλούστατα διότι για εμάς δεν υπάρχει το εγώ σε αντιδιαστολή με το περιβάλλον, αφού εμείς και το μητρικό σώμα είμαστε ένα και το αυτό.
Μια τέτοιου είδους υπερβατική σύνδεση, το «χώνεμα» σε κάτι που μας ξεπερνά, συνιστά μια κεφαλαιώδους σημασίας ανάγκη για την ανθρώπινη ύπαρξη, ανεξαρτήτως φύλου.

Σε εκείνη την πρώτη εποχή μας, λοιπόν, ζούμε απολύτως «χωνεμένοι» στην ευρύτερη ολότητα της κοιλιάς της μάνας μας, χωρίς καμία απολύτως αίσθηση ορίων, δηλαδή διαφοράς, από ό,τι μας περιβάλλει. Η μήτρα της μάνας μας είναι ο κόσμος μας ολόκληρος, είναι μια συμπαντική αρχέγονη «μήτρα» («matrix»), μια ολόκληρη Εδέμ στη διάθεσή μας ενώ, ταυτόχρονα, εμείς είμαστε οργανικό της συστατικό.
Από μια ενήλικη σκοπιά, θα λέγαμε ότι, τότε, βιώνουμε ένα κατά τον Freud ωκεάνιο αίσθημα (ή μέθη), μυστικιστικής ωκεάνιας ένωσης με την πλάση, μια ολοκληρωτική κατάργηση των ορίων του «εγώ» και «μη εγώ». Θα έλεγα ότι αυτή η αίσθηση προσομοιάζει της θρησκευτικής εμπειρίας, κατά την οποία «ο μύστης νιώθει ένα με το σύμπαν, καθώς η ατομική του ύπαρξη χάνεται σαν σταγόνα που πέφτει στον ωκεανό» (Ehrenzweig, 1971, σ. 294). 

1β Η απώλεια του ωκεάνιου αισθήματος

Με τη γέννησή μας, αυτό το ωκεάνιο αίσθημα χάνεται. Με την πρώτη καυτή ανάσα οξυγόνου, αρχίζει η ατελείωτη πορεία της διαφοροποίησής μας από ό,τι μας περιβάλλει. Ένα θαυμαστό αλλά και γλυκόπικρο αντίτιμο της μετέπειτα ικανότητάς μας να λέμε «εγώ είμαι» με όλη μας την ύπαρξη.
Κι αυτό είναι κάτι που δεν έρχεται αμέσως με τη γέννησή μας, αλλά αρκετούς μήνες μετά, αφού αναπτυχθεί ο εγκέφαλός μας. Το βρέφος, διαθέτει ένα είδος θεμελιώδους ταυτότητας και αυτοσυναίσθησης, η οποία όμως δεν βασίζεται καθόλου στον νου, αλλά αποκλειστικά στο σώμα.
Το σημαντικό είναι πως από τη στιγμή που μας «ρίχνει» στον κόσμο το μητρικό σώμα, δεν είμαστε πια ένα μαζί του. Βαδίζουμε ήδη στο μονοπάτι της εξατομίκευσής μας φέροντας την κυτταρική μόνο μνήμη του ωκεανού της πρωταρχικής μήτρας, η οποία μας γέννησε.

2 Στους παγετώνες της Σκιάς μας

Στον τίτλο του βιβλίου αναφέρεται η λέξη «Σκιά». Τον όρο εισήγαγε αρχικά ο Karl Jung, όμως εγώ αναπτύσσω τις σημασίες του με τον δικό μου τρόπο στο βιβλίο μου Σκιά: ο σιωπηλός σύντροφος στο ταξίδι της ζωής (2020). Η προσωπική αυτή προσέγγιση της Σκιάς είναι και ο μίτος της Αριάδνης που οδηγεί την ξενάγηση στις κρυφές εγκαταστάσεις παραγωγής των ερώτων μας – και ταυτοχρόνως δίνει νόημα σε ολόκληρο αυτό το βιβλίο.
Επομένως, προτού πούμε οτιδήποτε για τον έρωτα, είναι ανάγκη να γνωρίσουμε στοιχειωδώς αυτήν την έννοια, ώστε να γίνει μετέπειτα κατανοητό πώς αυτή συνδέεται με τις διάφορες όψεις του έρωτα.
Τι είναι η Σκιά; 
Η Σκιά έχει να κάνει με έναν μηχανισμό που ενεργοποιείται γενικότερα, όταν δεν αντέχουμε γεγονότα, ανάγκες, συναισθήματα, εμπειρίες, σε σημείο που να νιώθουμε πως θα μας αφανίσουν. Το κλειδί της κατανόησης αυτού του μηχανισμού είναι η εξής απλή σκέψη: σε όλα όσα βιώνουμε, εμφανίζεται και κάποια αντίστοιχη «όψη» του εαυτού μας, η οποία καλείται να διαχειριστεί αυτό που βιώνουμε.
Όταν λέω «φοβάμαι», «δεν τολμώ να θυμώσω», «χαίρομαι σαν παιδί», «δεν αντέχω άλλο», «θέλω, αλλά δεν μπορώ», επί της ουσίας αναφέρομαι σε κάποιες όψεις του εαυτού μου, που εκφράζονται με αυτά τα λόγια. Καθεμία όψη περιλαμβάνει όλα όσα «είμαι» στο εκάστοτε βίωμα εκείνης της συγκεκριμένης και μοναδικής στιγμής. Δηλαδή περιλαμβάνει σκέψεις, αισθήσεις, συναισθήματα, σε μοναδικούς συνδυασμούς. 

Για παράδειγμα, λέγοντας «γενναίος», μπορεί σε μια κατάσταση να εννοώ την όψη μου που χαρακτηρίζεται από ένα κράμα αποφασιστικότητας, τόλμης, διάθεσης για ρίσκο. Σε μια άλλη κατάσταση, μπορεί να εννοώ έναν πυρήνα τόλμης που όμως συνοδεύεται από δισταγμό και αμφιβολία.
Όταν όμως δεν αντέχουμε κάποιες από τις όψεις μας, επειδή περιλαμβάνουν έντονα και απειλητικά συναισθήματα, τότε τις απομονώνουμε ως επικίνδυνες και ιδιαίτερα ανεπιθύμητες. Τις αποθηκεύουμε έξω από τη συνείδησή μας, σε έναν νοητό και μη συνειδητό έσω «χώρο», για την περιγραφή του οποίου μου αρέσει πολύ ο όρος «Σκιά». 

Για παράδειγμα, μια οργή που αν εκραγεί θα διαλύσει ό,τι αγαπώ, είναι προτιμότερο για την επιβίωσή μου να μην τη συνειδητοποιώ· μια λύπη, ένα πένθος, ένας τρόμος που θα με καταπιούν, είναι επίσης προτιμότερο να μένουν εκτός συνείδησης – και πάλι για την επιβίωσή μου.
Όλα αυτά, βέβαια, γίνονται αυτόματα και κυρίως μη συνειδητά. Η Σκιά αντιστοιχεί σε έναν μηχανισμό αυτοπροστασίας μας, ο οποίος προκύπτει από ολόκληρη την ύπαρξη και όχι συνειδητά από τον νου και τη σκέψη.
__________

8. Yπάρχει βέβαια και η περίπτωση του ήρωα στην ταινία Highlander, ο οποίος ήταν αθάνατος. Mία από τις γυναίκες που αγάπησε, τη γνώρισε κοριτσάκι. Έζησε μαζί της ως τη στιγμή που αυτή πέθανε, σε βαθιά γεράματα, γριούλα στην αγκαλιά του. Aυτός ήταν πάντα ο ίδιος και απόλυτα αφοσιωμένος όσο αυτή ζούσε. H αθανασία επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες. Η ζωή μας, όχι. (Εκμυστηρεύσεις, 6) 

__________ 

7 Η εσαεί τροφοδοσία της Σκιάς

Τα εργαστήρια παραγωγής του Σκιώδους υλικού μας είναι πάρα πολλά. Πρώτα πρώτα, είδαμε ότι απλώς παραμένοντας ζωντανοί, διαρκώς αλλάζουμε. Αυτό και μόνο αρκεί, για να πούμε ότι και η Σκιά μας διαρκώς αλλάζει, ανατροφοδοτείται.
Όμως, υπάρχουν πολλοί άλλοι λόγοι που η Σκιά μας δεν μένει ποτέ παραπονεμένη. Για παράδειγμα, η γέννησή μας και ο αποχωρισμός από τη μήτρα της μάνας μας. Οι σκόπελοι των πρώτων χρόνων μας στη ζωή· οι δυσκολίες, τα αναπάντεχα γεγονότα· μερικά αναπόφευκτα κοινά γνωρίσματα των αλλαγών που περιλαμβάνουν οι διάφορες φάσεις της ενήλικης ζωής· οι αδυναμίες της φυσικής μας μάνας. Ας μείνουμε για λίγο στο καθένα από αυτά τα δύσκολα σκαλοπάτια κάθε ανθρώπινης διαδρομής.

7δ Η μάνα καθρέφτης, η «ατελής» μάνα

Η μάνα-καθρέφτης
Το παιδί, ήδη από τη βρεφική του ηλικία, κυριεύεται από σαρωτικό άγχος, λόγω της φόρτισης που του προκαλούν οι ανάγκες του. Εκδηλώνει πλήθος συμπεριφορών και βιώνει αντίστοιχα θυελλώδη και αντιφατικά συναισθήματα, τα οποία αδυνατεί να συνδέσει μεταξύ τους: χαρά και ασφάλεια όταν ικανοποιείται, απειλή, δυσαρέσκεια, φόβο, θυμό, όταν νιώθει παραμελημένο.
Γι’ αυτό, από τη γέννηση και σε όλες τις πρώτες φάσεις της ζωής μας, η φιγούρα της μάνας –με την έννοια του βασικού φροντιστή μας– γίνεται ή, μάλλον, θα έπρεπε να γίνεται, ένας καθρέφτης. Ένας καθρέφτης με γερά στηρίγματα, που στέλνει πίσω στο βρέφος και στο παιδί τις πρώτες του αντανακλάσεις στον κόσμο. Για την ακρίβεια, η μάνα οφείλει γενικότερα να πάρει τον ρόλο μιας αρχέγονης ενοποιητικής «μήτρας» («matrix» – Ehrenzweig, 1971). 

Μιας μήτρας η οποία κατ’ αρχάς δέχεται τις ασύνδετες συμπεριφορές και τα συναισθήματα του μωρού ή και αργότερα του παιδιού· στη συνέχεια, ενοποιεί όλα αυτά και, μέσω των αποκρίσεών της, τα καθρεφτίζει και τα επιστρέφει στο μωρό ή και στο παιδί, θεμελιώνοντας την εσωτερική συνοχή, την εμπιστοσύνη, την ασφάλεια και την αυτοπεποίθηση του μετέπειτα ενήλικα. 

Στην πράξη, η σταθερή στάση της μάνας, που είναι τόσο αναγκαία για το παιδί, συνδέεται γενικώς με ένα στοιχείο κεφαλαιώδους σημασίας: ότι αποδέχεται όλες τις όψεις του παιδιού της, ποτέ δεν το αγνοεί, ποτέ δεν του στερεί τη συνολική αίσθηση ότι το φροντίζουν, του διαθέτουν προσοχή και ασφάλεια, του δείχνουν πως είναι σημαντικό χωρίς να το κρίνουν και να ακυρώνουν την ίδια του την ύπαρξη – όπως θα συνέβαινε, αν του έλεγε: «Πάλι τα ίδια; Καλά, δεν ακούς; Εμ, τέτοιος που είσαι, τέτοια θα κάνεις… Δεν βλέπεις τα άλλα παιδάκια τι καλά που είναι; Γιατί είσαι κακό παιδί και στεναχωρείς τη μανούλα; Εμ, βέβαια, το ’λεγα εγώ, τέτοιος που είσαι, τέτοια θα κάνεις» και ούτω καθεξής.

Η κατακερματισμένη εικόνα της μάνας
Όταν η μάνα δεν καταφέρνει να λειτουργεί για το παιδί ως ένας ισορροπημένος καθρέφτης, το παιδί δεν μαθαίνει πώς να διαχειρίζεται τα αντιφατικά συναισθήματά του για εκείνη – οπότε, είναι φυσικό να αποξενώνεται από αυτές τις όψεις και να τις κλειδώνει στη Σκιά του. 

Φυσικά, η μάνα είναι κι αυτή άνθρωπος. Είναι θνητή, με τους περιορισμούς των θνητών όντων. Άλλωστε, μετά τη γέννα, το μωρό εκ των πραγμάτων δεν θα ικανοποιεί πάντα ούτε άμεσα ούτε πλήρως όλες του τις ανάγκες.
Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως η μάνα (όπως και η κάθε άλλο παρά «αγία» οικογένεια), δεν έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης –και μάλιστα μεγάλο– στις δυσκολίες του μεγαλώματος, λόγω προσωπικών προβλημάτων, αδιεξόδων, έλλειψης ενδιαφέροντος να αποκτήσει γνώσεις γύρω από το τι σημαίνει «έχω και μεγαλώνω ένα παιδί».

8 Τι είναι ο έρωτας;

Όταν η Σκιά μας ζητά ανακατατάξεις και η απαιτητική της ενέργεια συσσωρεύεται, η φόρτιση κάποιες φορές γίνεται εξαιρετικά δυσβάσταχτη. Τότε είναι που αναζητούμε παρηγοριά, βαθιά παρηγοριά, λες και έχουμε ξαναγίνει μωρά ξεχασμένα από όλους ή παιδιά χαμένα στο δάσος.
Έρχονται, λοιπόν, φορές στην ενήλικη ζωή μας, που λαχταρούμε κάτι σαν εκείνη την παλιά μήτρα, την ικανή και πρόθυμη να μας χωρέσει ολόκληρους μέσα της.
Έχουμε όμως ανάγκη να αναπαραχθεί αυτό το παλαιό αίσθημα της απόλυτης ένωσης ως κάτι ενήλικα απτό· έχουμε ανάγκη να είναι πραγματικό, με ύφανση αντιληπτή στον τωρινό, φυσικό μας κόσμο, ένα χάδι στο παρόν μας με την ευγένεια ενός πούπουλου σε παιδικό μαξιλάρι – ανεξάρτητα από το πώς ήταν ή πώς μας φέρθηκε η φυσική μας μάνα

Η αναπαραγωγή της αρχαίας φωλιάς
Αυτή η κατάσταση, αυτό το μοναδικό φαινόμενο της ψυχικής μας ζωής κατά το οποίο δημιουργείται μια ενήλικη, εξωμήτρια αναλογία με την αρχέγονη μήτρα του μητρικού σώματος και το συνοδό ανάλογο του τότε ωκεάνιου αισθήματος, είναι, σύμφωνα με την προσέγγιση που προτείνεται στο ανά χείρας βιβλίο, η εμπειρία που ονομάζουμε «έρωτα».
Μάλιστα, η αγκαλιά που βρίσκουμε όταν ερωτευόμαστε για έναν τέτοιο λόγο και με έναν τέτοιο τρόπο, έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. 

Στην ουσία και σε πρωταρχικό επίπεδο, είναι μια αγκαλιά χωρίς μορφή· καθώς όμως αυτή η αγκαλιά εκφράζει μια ενήλικη ανάγκη στη φυσική διάσταση της ζωής μας, γίνεται (όπως θα δούμε σύντομα, παρακάτω) μία και μοναδική αγκαλιά, απολύτως συγκεκριμένη, με τις εσοχές και εξοχές του σχήματος και της μορφής κάποιου απολύτως συγκεκριμένου Άλλου που συναντούμε ή, έστω, φανταζόμαστε και του αποδίδουμε τον ρόλο της φωλιάς.
Να τος, λοιπόν, ο έρωτας, άμεσα συνδεδεμένος με τις εντάσεις της Σκιάς μας, όπως τουλάχιστον πρωταγωνιστεί σε αυτό το βιβλίο «των αιρετικών της αγάπης». 

Λαμπερός, θυελλώδης, τρομαχτικός και υπέροχος, μοιάζει να ξεπηδά αποκαλυπτικά κατευθείαν μέσα από «τα μάτια που με κοίταξαν», κάποτε – ασχέτως αν εμείς τον βιώνουμε σαν να ξεπηδά τώρα, από τα μάτια κάποιου μη συνειδητά επιλεγμένου Άλλου. Μάτια τα οποία μας κοιτάζουν στο παρόν, προσκαλώντας μας επίμονα, καθώς γίνονται, όπως ήδη σημειώσαμε, μοναδικά παράθυρα αλλότριων, μεγάλων, συναρπαστικών κόσμων οι οποίοι σύντομα, όσο θα προχωρεί η εμπειρία του έρωτα, θα γίνουν συγκλονιστικές αφορμές χαράς, πόνου, ζωής και πολλών, πάρα πολλών θανάτων. 

Με όλα αυτά δεν θέλω διόλου, μα διόλου να πω ότι ο έρωτας είναι ένα υποκατάστατο που καλύπτει τη δειλία μας να αντιμετωπίσουμε τη ζωή. Τότε, θα έπρεπε να μην ερωτευόμαστε ή να ξεπερνούμε τον έρωτα για να δείξουμε πόσο θαρραλέοι είμαστε· ή, ο έρωτας θα υποβαθμιζόταν περιφρονητικά ως κάτι «ανώριμο» ή θα κατακρημνιζόταν στον Καιάδα ως μια άμυνα ή υπεκφυγή που αναστέλλει την υπερτιμημένη στις μέρες μας έννοια της «προσωπικής ανάπτυξης» – βλ. ενότητα 85β (σ. ??).
Αντιθέτως, όπως θα καταστεί φανερό, ο έρωτας, αυτό το πανόραμα συναισθημάτων που ξεχύνονται μανιασμένα, είναι μια όχι μόνο αναγκαία αλλά και αναπόφευκτη προϋπόθεση για να προχωρούμε στη ζωή και να σμιλεύουμε τις δυνατότητές μας, πορευόμενοι αγκαλιά με τη θνητότητά μας.
__________

18. Ξέκοψε και αποσύρσου, πέρα, μακριά, στην απλωμένη εξοχή. Είναι απόγευμα του Πάσχα και οι αγροί βουίζουν πλημμυρισμένοι από κίτρινες μαργαρίτες. Μάδησε όσες επιθυμείς, ρωτώντας τες αν οι Άλλοι σ’ αγαπούν. Προς μεγάλη σου έκπληξη, όλες θα σου απαντήσουν καταφατικά. Και τότε αίφνης τα μάγια θα λυθούν και θα ξαναγίνεις λουλούδι. (Φίλιππος Φίλιας, 1)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Στα θεμέλια του έρωτα και της Σκιάς: «μια αγκαλιά πελώρια…»
9 Τα πρώτα μάτια που με κοίταξαν – και τώρα με ξανακοιτάζουν
«Να μπορώ εκεί να κλάψω πράγματα ασύλληπτα…» 

Η σχέση με τη Σκιά μας δεν είναι στατική. Τα γεγονότα της ζωής τρέχουν, εμείς αλλάζουμε κι έτσι υπάρχει πάντα η διαρκής ανάγκη να «κουρντίζουμε» κάπως αυτή τη σχέση. Η ανάγκη αυτή γίνεται ιδιαιτέρως επιτακτική όταν έρχονται περίοδοι που η νοσταλγία της πρώτης ζεστασιάς, της ασφάλειας, της ξεκούρασης στη μήτρα που ήταν πρόθυμη και ικανή να μας χωρά στο απώτατο παρελθόν μας, γίνεται ώθηση να ξαναβρούμε στο παρόν μας ένα αντίγραφο, ένα υποκατάστατο εκείνης της μήτρας. 

Τότε, ζητούμε κάτι που σημειώνει ο Bernardo Soares (2007, σ. 135), το οποίο μου άρεσε πολύ, έστω κι αν ο ίδιος δεν αναφερόταν στον έρωτα όταν το έγραφε:
Μια αγκαλιά για να κλάψω, αλλά μια αγκαλιά πελώρια, χωρίς μορφή, πλατιά σαν νύχτα καλοκαιρινή, κι ωστόσο κοντινή, ζεστή, γυναικεία, δίπλα σ’ ένα τζάκι… Να μπορώ εκεί να κλάψω πράγματα ασύλληπτα, αποτυχίες που δεν ξέρω καν ποιες είναι, τρυφερότητες ανύπαρκτων πραγμάτων και μεγάλες αμφιβολίες που φέρνουν ρίγος δεν ξέρω ποιου μέλλοντος. 

Μια παράδοξη νοσταλγία για κάτι που δεν ζήσαμε ακόμα
Ακόμα, λοιπόν, και αν η δική μας φυσική μάνα, μετά τη γέννα, μας κακοποιούσε ως παιδιά ή αδιαφορούσε αντί να μας παρηγορεί ή μας πλήγωσε θανάσιμα, εμείς δεν παύουμε να έχουμε διάχυτη την αίσθηση μιας αρχέγονης μήτρας, η οποία μας αγκάλιαζε προτού καν γεννηθούμε, ανεξαρτήτως από το τι έκανε ή δεν έκανε μετά τη γέννα η φυσική μάνα.
Όμως, ακριβώς επειδή ο νους μας δεν υπήρχε ακόμα στην εμβρυϊκή μας εποχή, δεν συνέβαλε στην εγγραφή της εμπειρίας της ωκεάνιας μέθης στη μνήμη μας. Οπότε, αυτό που ήδη βιώθηκε και έχει εγγραφεί στο σώμα και το συναίσθημά μας, δεν πήρε ποτέ σχήμα στην τωρινή μας ενήλικη νοητική μνήμη. 

Πρόκειται για κάτι που το ζήσαμε μεν ολόκληρο, αλλά σε μια εποχή που δεν ήμασταν όπως είμαστε τώρα, ως ενήλικες: τότε, καθώς ήμασταν συγχωνευμένοι με το μητρικό σώμα, το «ολόκληρο» είχε άλλο νόημα – ένα «μη νοητικό» νόημα. Γι’ αυτό και, ως ενήλικες, δεν θυμόμαστε με τον νου μας ότι κάποτε υπήρξε αυτή η εμπειρία του ωκεάνιου αισθήματος.
Παρά ταύτα, υπήρξε. Και έχει εγγραφεί ως μια ακατάλυτη σωματική μνήμη φωλιασμένη στον πυρήνα μας· μια μνήμη που βρίσκεται πάντα «εκεί», πλημμυρίζοντάς μας με τη σπαρακτική, ακαθόριστη μεν αλλά υπαρκτή κυτταρική βεβαιότητα ότι κάτι, αν και άγνωστο για τον νου μας, ήδη βιώθηκε. 

Το αποτέλεσμα; Γεννιέται μια παράδοξη, γλυκόπικρη νοσταλγία για κάτι το οποίο ζήσαμε μεν πλήρες στο σώμα και το συναίσθημά μας αλλά, τώρα που διαθέτουμε νου, μας φαίνεται σαν να μη ζήσαμε ακόμα στην πληρότητά του εκείνο το κάτι, το οποίο φαντάζει ελλιπές από το τώρα μας, αφού δεν πήρε ποτέ σχήμα στον νου μας.
Σαν, εντελώς παράλογα για το συνειδητό μας μέρος, να νοσταλγούμε σταθερά, από τα βάθη της ύπαρξής μας, κάτι που δεν ζήσαμε ακόμα…
Όπως όταν κάποιες φορές μυρίζουμε ένα άρωμα και μας πλημμυρίζει ένα κύμα συναισθήματος και αισθήσεων – χωρίς όμως να θυμόμαστε πού, πώς, πότε είχαμε ξαναμυρίσει αυτό το άρωμα. Όπως το λειψό αίσθημα που αφήνει ένα όνειρο του οποίου τον απόηχο νιώθουμε να μας συγκλονίζει όταν ξυπνούμε, χωρίς να θυμόμαστε απολύτως τίποτα από τις εικόνες του.
__________

19. Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς / Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς / Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς / Μαχαίρι / Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς / Και των άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς / Είμ’ εγώ, μ’ ακούς / Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς / Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ / Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς / Πού μ’ αφήνεις, πού πας και ποιος, μ’ ακούς (Ελύτης, 7)
__________ 

9β Το διαρκώς επερχόμενο ωκεάνιο αίσθημα 

Από όλα αυτά, παραδόξως, γεννιέται ένα ιδανικό και λογικά αδύνατον να συμβεί γεγονός: Καθώς μεγαλώνουμε, προσμένουμε ότι εκείνη η αρχέγονη αίσθηση της αφομοίωσής μας σε ένα όλον «θα» έρθει κάποτε από το μέλλον ως ενήλικη πλέον εμπειρία, ικανή να καλύψει την ενήλικη υπόστασή μας, η οποία διαθέτει, εκτός από σώμα και συναίσθημα, νου και συνείδηση. Με άλλα λόγια, θα είναι μια εμπειρία, η οποία:
* θα έχει στον πυρήνα της το ζητούμενο αρχαίο ωκεάνιο αίσθημα και
* θα είναι αντιληπτή από τον νου μας – ο οποίος ήταν ανύπαρκτος στην εμβρυϊκή μας ζωή. 

Βέβαια, στην καθημερινή ζωή, δεν γίνεται να νοσταλγώ κάτι που δεν έχω ζήσει ακόμα… Ωστόσο, μεγαλώνοντας, λόγω της διαφορετικής βάσης της εμβρυϊκής και της ενήλικης μνήμης μας, η διαρκής αίσθηση ότι μια τέτοια μήτρα, ένα προστατευτικό κουκούλι γύρω μας υπάρχει ή θα έπρεπε να υπάρχει, είναι εγγενής, φυσιολογική, διάχυτη σε όλα μας τα μόρια και σε κάθε γωνιά των εσωτερικών μας τοπίων.
Και είναι αυτή η αίσθηση που τείνει να αναπαραχθεί στην ενήλικη ζωή μας, για να ανακουφιστούμε από τα κάθε λογής τεκταινόμενα στη σχέση με τη διαρκώς κοχλάζουσα Σκιά μας.
Έτσι, όταν βιώνουμε στην υποκειμενική μας πραγματικότητα μια ενήλικη εκδοχή του ωκεάνιου αισθήματος, λες και επιστρέψαμε στην υγρή σπηλιά της εμβρυϊκής μας κατοικίας, εκκινεί αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «έρωτα». 

10 Υπερβαίνοντας τη φυσική μάνα και οδεύοντας προς
       το όλον του κόσμου της εξιδανικευμένης μάνας

Η γλυκόπικρη νοσταλγία για κάτι που δεν ζήσαμε ακόμα, το παράδοξο τούτο φαινόμενο, θεωρώ ότι είναι ο λόγος για τον οποίο παραμένει ζωντανή στην ενήλικη ζωή μας η εξιδανικευμένη εκδοχή της μάνας, ακόμα και αν η μάνα, ως φυσικό πρόσωπο, ήταν ανίκανη να ανταποκριθεί στον τεράστιας σημασίας συμβολικό της ρόλο.

Από αυτήν την εξιδανικευμένη εικόνα, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στην καθημερινή πραγματικότητά μας με το φυσικό πρόσωπο της μάνας, προσδοκούμε κάτι πολύ βαρύ. Προσδοκούμε να μας χαρίσει το ωκεάνιο αίσθημα που γνωρίσαμε ως έμβρυα, προτού καν σχετιστούμε με τη μάνα-γυναίκα – η οποία μπορεί να μας φέρθηκε σκληρά, ιδιαιτέρως αν η ίδια δεν ήθελε ή δεν είχε επιλέξει να μας εμπεριέξει στο σώμα της.
Εκεί, στην υπέρβαση της φυσικής μάνας και στη διάσταση του «ανήκω ολόκληρος στο όλον της εξιδανικευμένης της εκδοχής», οι όποιες μικρές και μεγάλες στρεβλώσεις της ατελούς φυσικής μας μάνας χάνονται, τα κενά γεμίζουν, η μορφή της αποκαθίσταται εξαϋλωμένη σε κάτι υπερβατικό.

Στην ουσία, ασφαλώς, με την υπέρβαση αυτή κανένα από τα ελαττώματα ή και τα εγκλήματα της φυσικής μας μάνας δεν «διορθώνεται» ακριβώς· μάλλον εξατμίζεται το νόημά τους, γιατί εμείς ξεπερνούμε το φυσικό πρόσωπο της μάνας και στρεφόμαστε στην εξιδανίκευσή της – κάτι το οποίο άνετα μπορούμε να κατασκευάσουμε μέσα μας, ακόμα και αν μισούμε τη φυσική μας μάνα ή δεν της «συγχωρούμε» τίποτα. 

Αυτή η εξιδανίκευση είναι εφικτή, γιατί δεν αναζητούμε το φυσικό πρόσωπο, αλλά το απόσταγμά του, την ουσία που μέσα της κάποτε χωρούσαμε ολόκληροι κι ατόφιοι. Μάλιστα, όσο πιο «κακιά» αποδείχτηκε η φυσική μάνα:
(α) Τόσο περισσότερο εξιδανικεύεται ως αρχέγονη μήτρα από την οποία γεννηθήκαμε: χρειαζόμαστε ένα έντονα εξιδανικευμένο σύμβολο για να ισορροπήσουμε τις έντονες παραμορφώσεις της «κακιάς» μάνας.
(β) Τόσο περισσότερο τείνουμε να αναζητούμε σε αυτό το σύμβολο τη θαλπωρή σε κρίσιμες καμπές της ζωής μας και στις αναταράξεις της σχέσης μας με τη Σκιά μας. 

Ο έρωτας είναι η εστίαση στον πρώτο πόλο του διπόλου «πλησιάζω προς τον Άλλον (συνδέομαι) – μακραίνω από τον Άλλον (εξατομικεύομαι)»· είναι ο πρώτος πόλος ο οποίος γιγαντώνεται ωθώντας με προς τον Άλλον και την παρηγοριά που ο Άλλος μπορεί να μου προσφέρει, εξατμίζοντας τον δεύτερο πόλο, αυτόν της διαφοροποίησης από τον Άλλον. 

Και βέβαια, λέγοντας «μάνα» σε αυτήν την υπερβατική διάσταση ολότητας πέρα από τη φυσική μάνα, δεν εννοούμε μόνο κάποια απαραιτήτως θηλυκή οντότητα. Ούτε το προνόμιο της αναζήτησής της το έχουν μόνο οι άνδρες.
Η ανάγκη του ανήκειν σε μια απέραντη αρχαία μήτρα του παντός, χαρακτηρίζει άντρες και γυναίκες εξίσου, γιατί όλοι και όλες μας υπήρξαμε έμβρυα. Αναφέρεται σε μια γενικώς γονεϊκού τύπου μήτρα, την ανάγκη της οποίας προφανώς θα συναντήσουμε επίσης στον πυρήνα οποιουδήποτε θρησκευτικού αισθήματος, καθώς διαχεόμαστε στο θείο.
__________

21. Τι νόημα έχει να αγαπάς μια μητέρα μόνο και μόνο επειδή δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά, δεν έχεις τα κότσια να την εξοντώσεις. Φτάσε ως την εξόντωση, πέρνα μέσα από αυτήν και μετά παραιτήσου. Διαφορετικά, θα είναι σαν να μην διαπράττεις αμαρτίες που ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσες να διαπράξεις, σαν να αγαπάς γνωρίζοντας ότι δεν μπορείς να μην αγαπήσεις. (Γιάννης Παλαμιώτης)
__________ 

11 Ο ακροβάτης που ταλαντεύεται, η μύτη του μολυβιού και
      η μικρή πιατέλα με τα φρούτα  

Όταν για οποιονδήποτε λόγο, φανερά ή εντελώς υπόγεια, αυξάνεται η φόρτιση της Σκιάς μας και εμείς προσπαθούμε να απορροφήσουμε τις εντάσεις, οι δονήσεις μέσα μας μεγαλώνουν. Ταρακουνιόμαστε εκ θεμελίων. Και είναι φορές που γέρνουμε κάπως περισσότερο προς τον κόσμο, γιατί αυξάνεται το εύρος της ταλάντωσής μας.
Γέρνουμε ολοένα και περισσότερο, ώσπου βγαίνουμε από τη βάση μας, από το οικείο μας οικοπεδάκι. Μοιάζουμε με μολύβια που παλεύουν με στήριγμα τη μύτη τους, ενώ διαγράφουν άγαρμπους κύκλους σαν μεθυσμένα – και τελικά πέφτουν. Μοιάζουμε με ακροβάτες που αναζητούν ισορροπία μετά από μια κακή στιγμή, μα δεν τη βρίσκουν.
Έτσι κι εμείς, θέλουμε από κάπου να πιαστούμε, κάτι να γίνει, για να βρούμε παρηγοριά και να πάψουν οι κλυδωνισμοί.

Ανάγκη παρηγοριάς, ενέργεια δράσης, προς τα έξω κίνηση
Για την ακρίβεια, δεν γέρνουμε απλώς προς τον κόσμο. Η ταλάντωσή μας μεγαλώνει τόσο, που πέφτουμε μέσα στον κόσμο, εγκαταλείπουμε τη βάση μας. Δεν επαρκούμε για να χωρέσουμε τον εαυτό μας· ό,τι είμαστε «περισσεύει», σαν σταφύλια που ξεχειλίζουν σε στενή πιατέλα.
Σαν ένα παιδί, το οποίο μεγαλώνοντας, ξεχειλίζει από όσα γίνονται μέσα του και δεν καταφέρνει να εμπεριέξει τον εαυτό του – γι’ αυτό και χρειάζεται κάποιον ως μια βοηθητική επέκταση της πιατέλας στην προηγούμενη εικόνα. 

Παρομοίως, έχουμε ανάγκη να προσαρτηθούμε σε κάτι ευρύτερο που να μας χωρά, καθώς χαμένοι, αποπροσανατολισμένοι, νιώθουμε ότι χάσαμε το κέντρο μας και το αναζητούμε για να αποκαταστήσουμε την ολότητά μας, για να ξαναγίνουμε πλήρεις.
Ωστόσο, το να τρέχουμε έξω από το οικείο μας οικόπεδο, αναζητώντας αυτό που νιώθουμε ότι μας λείπει, είναι κίνηση, έντονη κίνηση· οπότε, αυτή η στροφή μας προς τα έξω, διαθέτει υψηλότατες δόσεις ζωικής ενέργειας. Διαθέτει μια ενέργεια δράσης που αποτελεί σπινθήρα διέγερσης, ώστε να συντηρείται η προς τα έξω κίνησή μας. 

Η φόρτιση λόγω αυτής της ενέργειας ζωής αναζητά κανάλια για να διοχετευτεί, να κυλήσει. Χρειάζεται να πλάσει μορφές στον έξω κόσμο, καλούπια που να τη χωρέσουν, ώστε να εκτονωθεί· και είναι φυσικό να θέλουμε να πέσουμε «στα μαλακά», ώστε να απορροφηθεί η ενέργεια της πτώσης μας.
Κι έτσι, στον κάθε έρωτα που αρχίζει να σφυρηλατείται μέσα μας, υπάρχει η υψηλής έντασης ενέργεια της ανάγκης να βουλιάξουμε σε ένα υποκατάστατο της μήτρας που μας φιλοξένησε κατά την αρχή της ζωής μας. 

12 Η κίνηση «προς» αυτόν, τον συγκεκριμένο, Άλλον: [ · < > · ]

Ο Άλλος ως δίχτυ ασφαλείας
Στην πράξη, όταν ερωτευόμαστε, συνεχίζουμε να πέφτουμε, αλλά στην υποκειμενική μας εμπειρία και μόνο, νιώθουμε ότι κάποιος μας πιάνει κι έτσι γλιτώνουμε τα τρομερά συναισθήματα της πτώσης – βέβαια, αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως τα πράγματα όντως έτσι συμβαίνουν.

Είναι όπως κάποιος που έχει πέσει από ένα πανύψηλο γκρεμό και, βλέποντας το αμείλικτο έδαφος να πλησιάζει ταχύτατα, φαντάζεται ότι πετά ή ότι κάτι μαγικό έρχεται και τον σηκώνει απαλά. Στην περίπτωση της δικής μας πτώσης, το μαγικό στοιχείο που επινοούμε είναι ο έρωτας για κάποιον συγκεκριμένο Άλλον.
Καθώς, λοιπόν, πυροδοτείται ο έρωτάς μας, η ενέργεια δράσης μας βρίσκει κανάλι αποφόρτισης· η κίνησή μας αποκτά προσανατολισμό, κατεύθυνση, συγκεκριμένο προορισμό, στόχο. Και επειδή χρειαζόμαστε απεγνωσμένα αυτήν την κατεύθυνση με τελικό στόχο της τον Άλλον, θεωρούμε ότι ο εκάστοτε τυχερός επιλαχών για εμάς Άλλος, κατέχει το χαμένο μας κέντρο. Νιώθουμε πως ο μόνος τρόπος να το ανακτήσουμε είναι να ενωθούμε μαζί του.
Όταν, πέφτοντας, γέρνουμε προς τον κόσμο, η κίνησή μας, αρχικά, μπορεί να είναι προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Είμαστε ένα σημείο και μπροστά μας ανοίγεται μια ολόκληρη βεντάλια δυνατοτήτων κίνησης.
Μόλις όμως εντοπίσουμε τον ορισμένο Άλλον που θα βαφτίσουμε ως το «δίχτυ ασφαλείας» στην πτώση μας, η βεντάλια αυτή κλείνει απότομα και στοχεύει πλέον αποκλειστικά προς ένα άλλο σημείο, τον Άλλον, στον οποίο συμπυκνώνεται, για εμάς, το σύμπαν ολόκληρο. 

Σχηματικά, έχουμε ένα σημείο και ένα άνοιγμα [· < ] και αμέσως μετά, το άνοιγμα που γίνεται σημείο [> · ] – όλη δηλαδή αυτή η φάση ανάπτυξης του έρωτα, είναι [· < > · ]

Κι έτσι, ο έρωτας, από το να αντιστοιχεί απλώς στην ανάγκη μας για μια «αγκαλιά πελώρια» και να είναι μια αόριστη κίνηση ανοίγματος προς τα έξω, δημιουργεί επιπλέον μια σαφώς ορισμένη κατεύθυνση κίνησης. Δηλαδή, προσανατολιζόμαστε έντονα και ακαταμάχητα προς μια συγκεκριμένη και κατάλληλη αγκαλιά, την αγκαλιά κάποιου απολύτως συγκεκριμένου Άλλου, που λαχταρούμε να είναι ορθάνοιχτη για εμάς. 

14 Το ανέφικτο της απόλυτης ένωσης    

Στον έρωτα επικεντρώνουμε όλο το δυναμικό μας στην ένωση με τον Άλλον, δαπανώντας όλη την ενέργεια δράσης που διαθέτουμε. Η ακατανίκητη τάση μας προς τον Άλλον τον μεγαλώνει διαρκώς στα μάτια μας. Του αποδίδει πολύ μεγάλη εξουσία, καθιστώντας τον έτσι μαγνήτη τεράστιο, ανυπέρβλητης ισχύος.
Και γινόμαστε σαν παιδιά, με την απόλυτη ανάγκη ενός ενήλικα ως φυσικό τους συμπλήρωμα, ώστε να πατήσουν στη ζωή και να συνεχίσουν. Ανάλογα, εξουσιοδοτούμε εμείς οι ίδιοι τον Άλλον να μας τροφοδοτεί με ζωική δύναμη, όπως η μήτρα θρέφει το έμβρυο· τον χρειαζόμαστε, ώστε βυθιζόμενοι μέσα του, να αποκαταστήσουμε την ολότητά μας και να ανακτήσουμε τον πυρήνα μας. 

Ο Άλλος, με τη λάμψη του μέσα στα μάτια μας που τον κοιτάζουν, γίνεται ικανός να αγκαλιάσει ζεστά κάθε όψη μας και ταυτοχρόνως γίνεται προορισμός ακαταμάχητος, σαν το φως που αιχμαλωτίζει τα έντομα.
Βέβαια, στην ενήλικη εποχή μας, κανείς δεν μπορεί να διαθέτει καμία τέτοιου είδους ζωογόνο δύναμη.
Είμαστε εμείς οι ίδιοι που παραδίδουμε αυτήν την εξουσία σε κάποιον ορισμένο Άλλον, τον οποίο βλέπουμε πάροχο νοήματος, ζωής. .

15 Ο Έρωτας και η προσωρινή ανακούφιση της Σκιάς   

Από αυτήν την άποψη, ο έρωτας είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο παρηγοριάς – το οποίο, ενίοτε, μπορεί να γίνει και άμυνα, χρήσιμη στο να τσιμεντώνουμε τη Σκιά μας, να αλυσοδένουμε πιο σφιχτά όψεις μας για τις οποίες δεν αντέχουμε να αποκτήσουμε επίγνωση. Μπορούμε όμως να δούμε αυτήν την αναβολή και στην άλλη της όψη:
Όχι μόνο ως αποφυγή αλλά επίσης ως το κουκούλι που παρέχει τον αναγκαίο χρόνο για την επώαση όλων των διαδικασιών που τελικά θα επιφέρουν την αποδοχή κάποιας φυλακισμένης στη Σκιά όψης μας, μαζί με την ενέργειά της.  

Με άλλα λόγια, η κεντρική ιδέα είναι ότι:
(α) Ανεξαρτήτως των πάμπολλων τρόπων να σφραγίζω τη Σκιά μου σαν τζίνι μέσα σε μπουκάλι, όταν το τζίνι αρχίζει εκ των έσω να πιέζει δυνατά το πώμα, η ενέργεια της Σκιάς απαιτεί όλο και εντονότερα κάποιο είδος διαχείρισης: άλλοτε να αποτρέψω την έκρηξη, άλλοτε κάτι να κάνω με τα αποτελέσματά της, άλλοτε να την εκτονώσω πλαγίως, με το μαλακό και ούτω καθεξής.
(β) Ένας έρωτας θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας τρόπος διαχείρισης αυτής της ενέργειας· με άλλα λόγια, ένας τρόπος
* παροχέτευσης ή εκτροπής της σε ασφαλή κανάλια,
* προσωρινής αναβολής της υποδοχής κάποιων επιμελώς κλεισμένων στη Σκιά όψεών μας, για τις οποίες έφτασε η ώρα να επαναστατήσουν αναστατώνοντας συθέμελα τον μικρόκοσμό μας· μια αναβολή που επιτρέπει τις ανακατατάξεις μέσα μας, ώστε κάποια στιγμή να γίνει πραγματικότητα αυτή η υποδοχή. 

Δεν θα ήταν, λοιπόν, καθόλου υπερβολή να πούμε ότι ουσιαστικά, στην προσέγγιση αυτή, ο έρωτας είναι η διαδικασία που παρέχει τον απαιτούμενο χρόνο για να αλλάξει η Σκιά μας κι η σχέση μας μαζί της, δηλαδή να προχωρήσει η ολότητά μας ως ένα φυσικό σύστημα σε μια νέα θέση ισορροπίας.
Θα ήταν όμως μέγα σφάλμα να θεωρήσουμε τον έρωτα ως μια απλή διαδικασία αποφυγής· εφόσον με το τέλος του μας αφήνει πρόσωπο με πρόσωπο με τη Σκιά μας, μάλλον είναι κυρίως ένας θορυβώδης τρόπος να προχωρούμε στη ζωή, μια αιτία ουσιαστικότατης προσωπικής ανάπτυξης.

Ανάλογα, όπως ήδη σημειώσαμε στην ενότητα 10 (σ. ??), μέσω του έρωτα μπορεί να «επιδιορθώνουμε» ατέλειες της μητρικής φιγούρας και να ανακουφίζουμε Σκιώδεις αγωνίες που πυροδότησαν αυτές οι ατέλειες· αυτή όμως η ανακούφιση δεν είναι η μόνη λειτουργία του έρωτα, αφού η Σκιά προκαλεί εντάσεις σε όλη την ενήλικη ζωή μας για μύριους όσους άλλους λόγους.
Με άλλα λόγια, δεν βλέπω τον έρωτα εγκλωβισμένο μόνο ως μέσο επιδιόρθωσης του παρελθόντος, αλλά κυρίως σε μια υπαρξιακή βάση, σχετική με την εν γένει διαχείριση των φορτίσεων της Σκιάς μας. 

Συμπερασματικά, η ανάγκη αναβάθμισης της σχέσης με τη Σκιά μας δεν γεννιέται πάντα λόγω αυξημένης πίεσης που ασκεί η ενέργεια της Σκιάς, όταν έχει συσσωρευτεί. Η ανάγκη αυτή γεννιέται επίσης όταν αλλάζουμε ήσυχα, αρμονικά, όπως συμβαίνει όταν κάνουμε κάθε τόσο μικρές κινήσεις για να βολευτούμε καλύτερα σε μια ούτως ή άλλως άνετη πολυθρόνα.
Και, στο κάτω κάτω, μια ήσυχη επιφάνεια, καθόλου δεν αποκλείει έναν βυθό σε πολύ μεγάλο αναβρασμό.
__________

26. Πέρα από όλα τα σχετικά με το μαγικό ον Εσένα, κοιμήθηκα, ξύπνησα, ξανακοιμήθηκα. Άπλωνα τα πόδια μου στο κρεβάτι και έψαχνα τα δικά σου. Μόλις έφαγα τα γεμιστά (που το μόνο ωραίο τους είναι ότι μου θυμίζουν το χθες) και συνεχίζω με τα πεζά της καθημερινότητας και τα ουράνια της σκέψης Σου. (Εκμυστηρεύσεις, 9)
__________

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Ο Άλλος με τα χίλια πρόσωπα: πάντα παρών εν τη απουσία του
16 Η μοναδικότητα και η μοναξιά της ύπαρξής μας

«Μ’ αγαπάς;»
Σαββατόβραδο. Συνάντηση με τον εκλεκτό Άλλον. Ένας έρωτας αμοιβαίος και πρόσφατος, φρέσκος, λαμπερός σαν σταγόνα καθαρού νερού πηγής. Συναισθήματα-σεισμός. Σεξ, που πρόσθεσε πολλούς ουρανούς στην ευδαιμονία, πέρα από τον έβδομο. Αποκαμωμένοι, λαχανιασμένοι, κορμιά και ψυχές σε πλήρη παράδοση, μετά τον τελευταίο οργασμό. Αμοιβαία «αγκαλιά πελώρια», φωλιά εντός της οποίας χωρούν αμφότεροι. Ύπνος γλυκύς, βόλτα στον παράδεισο. 

Κάποια στιγμή, ο ένας μισανοίγει τα μάτια, κοιτάζει αργά γύρω του και, μέσα στη γλυκιά χαύνωση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, στρέφεται προς τον Άλλον και ψιθυρίζει ένα «μ’ αγαπάς;» – ψίθυρος μεν, αλλά ικανός να χωρέσει την αγωνία μιας κραυγής.
Πόσο παράταιρο ακούγεται αυτό το «μ’ αγαπάς;» σε μια τόσο ιδανική συνθήκη… Το όλο σκηνικό είναι ένα τέλειο, ιδανικό πάρε δώσε, που λογικά δεν επιτρέπει καμία αμφιβολία για τα συναισθήματα του Άλλου. 

Εντός παρενθέσεως, σημειώνω ότι το «αγαπώ» δεν έχει καμία σχέση με το «είμαι ερωτευμένος»· το χρησιμοποιώ στο παράδειγμα εδώ, μόνο και μόνο γιατί είναι μια λέξη πασπαρτού στην καθημερινότητά μας, ασχέτως αν ισοπεδώνει τα πάντα και εξομοιώνει τα αταίριαστα, όπως είναι ο έρωτας και η αγάπη (βλ. ενότητα 83).
Σε κάθε περίπτωση, ο ερωτευμένος μας δεν θα είχε κανέναν, μα κανέναν λόγο να ρωτήσει κάτι τέτοιο σε μια στιγμή σαν κι αυτή. Και όμως, να που τελικά φαίνεται ότι καμία βεβαιότητα δεν επαρκεί για να καθησυχάσει τον ερωτευμένο. Τι είναι αυτό που φέρνει στα χείλη του ένα τέτοιο ερώτημα; Από πού ξεπηδά αυτή η αμφιβολία;

Τα «εκ κατασκευής» όρια μεταξύ μας
Κανένας ερωτευμένος, όσο και να βυθίζεται στο ωκεάνιο αίσθημα, δεν είναι έμβρυο ή βρέφος. Όλοι διαθέτουμε συνείδηση και μια εξαιρετικά σύνθετη αυτοσυναίσθηση, που μοιραία μας διαφοροποιούν από οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο ον, είτε το θέλουμε είτε όχι.
Οι άνθρωποι διαφέρουμε εκ κατασκευής γιατί η εμπειρία μας εγγράφεται στον καθένα μας με διαφορετικούς, θαυμαστούς και, κυρίως, απολύτως μοναδικούς τρόπους.

17 Έρωτας: γάμος χωρίς νυμφίους

Τόσο η εκ κατασκευής μοναδικότητα του ερωτευμένου όσο και αυτή του Άλλου, ενώ είναι ένα εξελικτικό και μονάκριβο δώρο ζωής, παραμένουν μια αξεπέραστη και απολύτως φυσιολογική φραγή στην απόλυτη και ιδιότυπη επιστροφή που λαχταρά ο ερωτευμένος.

Όπως και να ’χει, η λανθάνουσα διαισθητική βεβαιότητα για την ελλιπή παρουσία του Άλλου βρίσκεται πάντα κρυμμένη στο κέντρο του έρωτα, έτοιμη να ξεπεταχτεί ανά πάσα στιγμή και να μεταμορφωθεί σε αγωνία. Είναι σαν ο ερωτευμένος να λέει στον ερώμενο: «Ναι, αναμφίβολα “έχω” κάτι από σένα, ξέρω ότι “έχω”, ότι μου δίνεις, ότι είσαι ειλικρινής, ωστόσο παραμένω διψασμένος για το απόλυτο, πάντα γυμνός κι εκτεθειμένος στις προθέσεις σου».

Ο έρωτας, τελικά, στη ρίζα του, είναι ένα πολύ μοναχικό συναίσθημα· είναι η μεγαλόπρεπη γιορτή, όλο χρώματα και μουσικές, όμως σε έναν γάμο χωρίς νυμφίους…
Ό,τι και να γίνει, περνώντας τις πύλες των ματιών του Άλλου, καθόλου δεν πέφτουμε μέσα του χάνοντας το σχήμα μας. Πέφτουμε μέσα μας. Μέσα στις δικές μας αχανείς χαράδρες – και πέφτοντας χτυπάμε στις μυτερές και μυστικές γωνιές που συνθέτουν τον πραγματικό σκελετό του δικού μας σχήματος. Η αρχή και το τέλος της σήραγγας του έρωτα, είναι ίδια: η δική μας ύπαρξη.

18 Ο Άλλος: παρών εν τη απουσία του

Ο Άλλος, στον έρωτα, γεννιέται από τα σπλάχνα μας – κατάγεται από το μη συνειδητό 88% της ύπαρξής μας (βλ. ??).
* Από τη μία μεριά,
είναι πάρα πολύ οικείος γιατί τον ντύνουμε με κάτι πάρα πολύ δικό μας: με τη μη συνειδητή μνήμη του ωκεάνιου αισθήματος. Στο πρόσωπό του βλέπουμε κάτι από εμάς (κι ας μην βρίσκεται αυτό το κάτι στη συνείδηση και τον νου μας), επομένως είναι φυσικό να νιώθουμε την οικειότητα που παράγει το είδωλό μας σε έναν καθρέφτη.
* Ωστόσο, από την άλλη μεριά,
ο Άλλος είναι και ένας άγνωστος ασαφών προθέσεων, αφού δεν παύει να είναι και κάτοικος του ενήλικου κόσμου μας. 

Κι έτσι, στον έρωτα, αν και διανύουμε την ενήλικη εποχή μας, η βαθιά ριζωμένη μη συνειδητή αλλά κυτταρική μνήμη αυτού του ωκεάνιου αισθήματος, καθώς προβάλλεται στον Άλλον, δημιουργεί μια ανεξήγητη για το συνειδητό μας, αφύσικη, μη λογικά στηριγμένη οικειότητα και εγγύτητα (για περισσότερα επί του θέματος, βλ. και το Παράρτημα στο τέλος του Κεφαλαίου).
Γι’ αυτό και οι ερωτευμένοι λένε συχνά ο ένας στον άλλον: «Νιώθω σαν να σε ήξερα από πάντα». «Σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα να συναντηθούμε». «Είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον, το ξέρω». 

* Πρόκειται για φράσεις ολοκληρωτικά αληθινές σε επίπεδο ατομικού βιώματος, οι οποίες εννοούνται και λέγονται υποκειμενικά με απόλυτη ειλικρίνεια.
* Όμως δυστυχώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρόκειται και για φράσεις που είναι αληθινές μόνο στον ιδιωτικό μας μικρόκοσμο (βλ. ενότητα 50, σ. ??).

«Πρέπει να σε γνωρίσω ολόκληρο…»
Εκτός από τις παραπάνω φράσεις, οι ερωτευμένοι λένε και πολλές άλλες φράσεις, που εκφράζουν τη δίψα τους να γνωρίσουν πλήρως ο ένας τον άλλον. Ο απώτερος στόχος τους είναι να καταργηθούν τα όρια και να εξαφανιστούν μονομιάς οι διαφορές ανάμεσα στους ίδιους και τον Άλλον. 

Ο Άλλος, διάχυτος μέσα μας και ταυτοχρόνως τόσο ολοκληρωτικά έξω μας, είναι πάντα ασαφής, ακαθόριστος, σαν μέσα σε ομίχλη ή σε πυκνούς ατμούς από κάποιο χαμάμ, τόσο θολός και απροσπέλαστος, όσο η φιγούρα ενός γονιού-θεού για το παιδί· και τείνει πάντα προς τη διάσταση μιας οπτασίας, παρά τη δύναμη των αγγιγμάτων μας κάθε φορά που τον ψηλαφούμε με τα χέρια μας, σαν να παλεύουμε, με τη βοήθεια ενός εκμαγείου, να του δώσουμε σχήμα – το δικό μας σχήμα.
Οπότε το «βλέμμα», γενικότερα, νοείται τόσο άμεσα όσο και έμμεσα· δηλαδή, το βλέμμα δεν νοείται μόνο ως βασικός παράγοντας δόμησης της ατομικότητάς μας, αλλά επίσης διαδραματίζει καίριο ρόλο στις αντανακλάσεις που εισπράττουμε, όταν κάποιος φανερώνει πώς νιώθει για εμάς με τα λόγια, τη στάση, τη συμπεριφορά του.
__________
30. Ίσως / σ’ ένα ψιθύρισμα γιαλού / στο κύμα ταραγμένης διαδρομής / ίσως σ’ ένα παράθυρο κενού / στο παραμιλητό της δωδεκάτης ώρας / ίσως σ’ ένα περίγραμμα καπνού / στο διάλυμα της περασμένης βεβαιότητας / ίσως σε βρω // Δε θα σε βρω σε μιαν ευθεία περιπλάνηση / Δε θα σε βρω σ’ ένα τετράγωνο ουρανού / Θέλει γυρίσματα η αντάμωση (Ζωγραφιά Οτζάκη, 1)
__________

22 Το δίπολο «παραδίδομαι – αντιστέκομαι»  

Η ορμή «προς» τον Άλλον και η ανάγκη κατάργησης του Άλλου
Ο ερωτευμένος λαχταρά να γλιστρήσει στον διάδρομο που στρώνουν τα βλέμματα και, μέσα από τα μάτια του Άλλου, μ’ ένα σάλτο να βρεθεί μέσα του και να διαχυθεί εκεί, να χωνευτεί σε ένα όλον, στο οποίο έχει αποδώσει την ιδιότητα της μήτρας. 

Η αντίσταση στον Άλλον
Καθώς ο ερωτευμένος νιώθει ότι τον αρπάζουν και τον κλείνουν σε έναν ιστό ξένων προς αυτόν νοημάτων, αναπτύσσεται επίσης μια αυτόματη, ενστικτώδης αντίσταση στην αιχμαλωσία αυτή, ένα τράβηγμα προς τα πίσω.
Είναι φυσικό, γιατί η διάχυση άνευ ορίων στον Άλλον σημαίνει την απώλεια της ατομικότητας, την κατάλυση της εσωτερικής συνοχής που παράγει την αυτοσυνείδηση, σημαίνει το σκόρπισμα της εξατομικευμένης ύπαρξης σε θρύψαλα, στους πέντε ανέμους. Ακόμα και αν συνειδητά ο ερωτευμένος δηλώνει κραυγαλέα την επιθυμία του για πλήρη και άνευ όρων παράδοση, κάτι μέσα του, σε βαθύτερα μη συνειδητά στρώματα, αντιστέκεται. 

Ένας από τους πολλούς λόγους αυτής της αντίστασης είναι το γεγονός ότι, όπως και να το κάνουμε, στην πραγματικότητα, ο ερωτευμένος δεν παύει να είναι ένα ενήλικο ον το οποίο:
(α) είναι σφραγισμένο από την ακατάλυτη διαφορετικότητά του,
(β) είναι, θέλοντας και μη, και ένα σωρό άλλα πράγματα εκτός από ερωτευμένος. Οπότε, είναι σαν να λέει: «Σε θέλω, σε προσκυνώ, σου παραδίδομαι και, ταυτόχρονα, σε αντιπαθώ επειδή κυριαρχείς επάνω μου, και αντιστέκομαιάσχετα αν θα σου παραδοθώ ξανά και ξανά». 

Από την κάτω θέση του ερωτευμένου, τα μάτια του Άλλου δεν είναι μόνο μάτια. Είναι και στολισμένα παράθυρα αλλότριων κόσμων. Μεγάλων, συναρπαστικών κόσμων που προσκαλούν – και αιχμαλωτίζουν. Τα μάτια του Άλλου που κοιτάζουν είναι συγκλονιστικές αφορμές χαράς, πόνου, ζωής και πολλών θανάτων. 

23 Γιατί ερωτεύομαι εσένα και όχι κάποιον άλλον; – η σωματική μνήμη και
η «υπόθεση του κομφετί»

*Σημείωση: Πριν από πολλά χρόνια, συζητώντας με τον τότε εν ζωή ψυχοθεραπευτή Γιώργο Τσάρα, προέκυψε μια ιδέα γενικώς γύρω από τους μηχανισμούς του έρωτα. Πολύ αργότερα, αυτή η ιδέα έγινε η μαγιά κάποιων σκέψεών μου σχετικά με το θέμα αυτής της ενότητας, το οποίο παρουσίασα για πρώτη φορά στο 3ο live video της σειράς Τα Αιρετικά (Θεοδώρου, 2018). Ποιες μη συνειδητές διαδικασίες συμβάλλουν κι εμείς τρέχουμε ολοταχώς προς έναν συγκεκριμένο Άλλον, πιασμένοι σαν πεταλούδες που αιχμαλωτίστηκαν στο δόκανο κάποιας υπνωτιστικής λάμψης; 

Σπεύδω να διευκρινίσω ότι τα παρακάτω δεν είναι κάποια απόπειρα συγκρότησης μιας οργανωμένης θεωρίας, προκειμένου να ερμηνεύσω οτιδήποτε από τον έρωτα. Είναι υποθέσεις, σκέψεις, τις οποίες βρίσκω σημαντικές στην όλη μου προσέγγιση και αφιερώνω με σέβας και νοσταλγία στη μνήμη του Γιώργου Τσάρα.

23β Συγκολλώντας τα κομμάτια του σκόρπιου κομφετί

Ως βρέφη, λοιπόν, έχουμε μέσα μας αναρίθμητα κομματάκια εμπειριών, τα οποία συντίθενται από σκόρπιες εντυπώσεις και είναι ασύνδετα μεταξύ τους, διασκορπισμένα σαν πολύχρωμα θρύψαλα· σαν κομφετί πεσμένο σε έναν ιδιαίτερο μη συνειδητό χώρο μέσα μας, στα έσχατα βάθη, στον πυθμένα της κυτταρικής μας μνήμης. 

Η διάκριση μεταξύ τους γίνεται αποκλειστικά με κριτήριο τι μας ευχαριστεί και μας ικανοποιεί σωματικά, χαρίζοντας γαλήνη, και τι μας δυσαρεστεί και μας αφήνει ανικανοποίητους, προκαλώντας ανησυχία και άγχος. Καθώς ο χρόνος κυλά, μαζεύονται κι άλλα τέτοια θραύσματα εντυπώσεων, νέα μικροαισθήματα, που μπλέκονται με εκείνα της πρώτης εποχής μας στον πλανήτη. Και προχωρούμε στον χρόνο μας, συναντώντας διαρκώς πολλούς άλλους ανθρώπους.
Κάποια στιγμή, υπάρχει περίπτωση κάποια από τα στοιχεία της συνάντησής μας με έναν άλλον άνθρωπο να ταιριάξουν με πολλά από τα σκόρπια μέσα μας εντυπώματα εκείνης της τόσο σημαντικής πρώτης περιόδου της ζωής μας.

Όταν συμβεί ένα ταίριασμα δικών μας στοιχείων με γνωρίσματα κάποιου άλλου ανθρώπου που συναντούμε, η ενέργεια της ζωντανής παροντικής εμπειρίας με αυτόν τον κάποιον έρχεται και, υπό μία έννοια, συγκολλά πολλά από τα παλιά κομφετί της σωματικής μας μνήμης, με αποτέλεσμα αυτά να δένουν μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα πανίσχυρο όλον παροντικής εμπειρίας. 

Κι έτσι, αυτός ο κάποιος παίρνει πολλά bonus, πλεονεκτεί. Ξεχωρίζει από όλους τους άλλους ως υποψήφιος εμπνευστής του έρωτά μας. Με άλλα λόγια, η τωρινή εμπειρία μιας τέτοιας συνάντησης γίνεται ο καταλύτης για να αυτο-οργανωθούν κάποια από τα παλιά και σκόρπια εντυπώματα αποθηκευμένα μέσα μας, σε μικρά σύνολα εμπειρίας.
Καθώς αυτές οι αναρίθμητες επί μέρους βιωματικές ενότητες διαρκώς συνενώνονται σε όλο και μεγαλύτερες αλυσίδες εμπειρίας, κάποια στιγμή καταφέρνουν να γίνουν ενότητες εμπειρίας αντιληπτές πλέον στον συνειδητό μας κόσμο· ταυτόχρονα, προσδίδουν στον άλλον άνθρωπο εκείνη την παράξενη αίσθηση του γνώριμου, του οικείου, η οποία τον προβιβάζει πάραυτα σε Άλλον, στα δικά μας μάτια.

…………………………………………

Εγγραφή στο Newsletter

You can change your mind at any time by clicking the unsubscribe link in the footer of any email you receive from us, or by contacting us at petrosthu@gmail.com. We will treat your information with respect. For more information about our privacy practices please visit our website. By clicking below, you agree that we may process your information in accordance with these terms.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here: https://mailchimp.com/legal/

 Newsletter Permissions * :