Πώς και γιατί το σώμα είναι το θεμέλιο της ύπαρξής μας

** Το κείμενο αυτό βασίζεται σε υλικό που άντλησα από από τα βιβλία μου:
(1)
“Ο χορός των θαυμάτων: τα μεγάλα ταξίδια στα μικρά βήματα” (2η έκδοση, 2019, «Εργαστήρι Εντύπου») και
(2) “Σκιά: ο σιωπηλός σύντροφος στο ταξίδι της ζωής μας” (2η έκδοση, 2018, «Εργαστήρι εντύπου»)

** Η εικόνα του άρθρου είναι επεξεργασμένη φωτογραφία του Francois Delebescue-1984, (στο LES TEMPS D’ UN MOVEMENT, AVENTURES ET MESAVENTURES DE L’ INSTANT PHOTOGRAPHIQUE – Centre National de la Photographie 2-15 Juin 1987).   


Α. Εισαγωγή
Δεν έχει πολλές δεκαετίες που θεωρούσαμε την ύπαρξή μας ως μία άυλη και αυθύπαρκτη ουσία

και το σώμα μας το απλό όχημά της στη φυσική πραγματικότητα.
Άλλωστε, στη φιλοσοφία, ο δυϊσμός πνεύματος και ύλης συνιστούσε τεράστιο ζήτημα και αφορμή για μνημειώδεις διαμάχες που είχαν σοβαρότατες κοινωνικοπολιτικές αντανακλάσεις.
Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Μέσω της γνώσης που παρέχει η νευροβιολογία, επιβεβαιώνονται οι ιδέες της φαινομενολογίας.

Σημειωτέον ότι η φαινομενολογία είναι ένα φιλοσοφικό ρεύμα, σύμφωνα με το οποίο πρώτα βιώνουμε άμεσα και μη συνειδητά τον κόσμο με το σώμα και τις αισθήσεις μας και, μετά, σχηματίζουμε την εικόνα του στον νου και τη συνείδησή μας – με άλλα λόγια προηγείται η άμεση, σωματική και μη συνειδητή επαφή με τον κόσμο και μετά η νοητική γνώση μας για τον κόσμο.
Προτού σκεφτώ και καταλάβω με τον νου και τη συνείδησή μου ότι αυτό που κάνεις με θυμώνει, το σώμα μου έχει ήδη αντιδράσει σε ό,τι κάνεις και με θυμώνει.

Όλα αυτά σημαίνουν πως ό,τι βιώνουμε ως τον προσωπικό μας μικρόκοσμο, στηρίζεται κυριολεκτικά στο σώμα μας.

Στο συγκεκριμένο άρθρο, θα δούμε το πώς ακόμα και η ίδια μας η αυτοσυναίσθηση, η ικανότητα μας να λέμε «εγώ είμαι» και να νιώθουμε αυτό το «εγώ» ως την ατομική μας οντότητα, πηγάζει επίσης από το σώμα μας.

 

Β. Το σώμα και ο πρωτογενής εαυτός.
Η αίσθηση του ότι υπάρχουμε

αυτοσυνείδηση, η πρωταρχική διάσταση του «εγώ είμαι» την οποία έχουμε κάθε πρωί που ξυπνούμε), είναι για όλους αυτονόητη και συνεχής στον χρόνο.
Όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου τόσο απλά ούτε αυτονόητα. Το να σχηματιστεί η αίσθηση «πρώτου προσώπου» σε ό,τι βιώνουμε και το να διατηρείται στον χρόνο αυτή η αίσθηση είναι ένα αδιανόητα πολύπλοκο θέμα – και ταυτόχρονα ένα εξελικτικό θαύμα.
Ας δούμε πώς χτίζεται  αυτό το τόσο για τον κάθε άνθρωπο αυτονόητο «εγώ είμαι».

Για τον Antonio Damasio (2014, 1999), η αυτοσυναίσθησή μας προϋποθέτει δύο πράγματα:

*** (α) νου και
*** (β) μία στοιχειώδη αίσθηση εαυτού.

Ξεκινώντας από τον νου:
για τον Damasio, ο νους είναι μία ροή νοητικών εικόνων – εικόνων σχηματιζόμενων από υλικό που στέλνουν στον εγκέφαλο οι αισθήσεις μας. Οι νοητικές αυτές εικόνες αφορούν όλες τις αισθήσεις.
Στην ουσία είναι «αισθητηριακά μοντέλα» σχηματιζόμενα από συνεργασίες νευρωνικών δικτύων σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την παραγωγή των μοντέλων αυτού του είδους.
Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτές οι περιοχές λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, είτε το υλικό που φτάνει σε αυτές προέρχεται από τις αισθήσεις μας είτε είναι παράγωγο της φαντασίας μας.

Για τον εαυτό:
μας χρειάζεται απαραιτήτως ένα στοιχειώδες αίσθημα εαυτού, ώστε να προσδίδει σ’ αυτές οι νοητικές εικόνες μία ενιαία υποκειμενική προοπτική «πρώτου προσώπου».
Ή, αν το πούμε αλλιώς, μάς χρειάζεται για να μπορούμε να λέμε ότι «είμαι εγώ» που σχηματίζω αυτές τις νοητικές εικόνες και χτίζω τη ροή της δικής μου προσωπικής εμπειρίας – ότι «είμαι εγώ» ο ιδιοκτήτης της εμπειρίας μου.
Βέβαια, διευκρινίζεται πως, λέγοντας «κατέχω την εμπειρία μου» δεν σημαίνει ότι την κατέχω όπως ένα φυσικό αντικείμενο, ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, αλλά μάλλον πως οι εμπειρίες που έχω παρουσιάζονται διαφορετικά (αλλά όχι και απαραίτητα «καλύτερα») σ’ εμένα από ό,τι σε οποιονδήποτε άλλον (Gallagher & Zahavi, σ. 226).

Επιπλέον,  εαυτός ο πρωτογενής εαυτός μας θα πρέπει να είναι σταθερός, ώστε να προσδίδει συνέχεια στην υποκειμενικότητα κατά την επεξεργασία των αισθητηριακών ερεθισμάτων που φτάνουν στον εγκέφαλο και να διατηρείται πάντα η θέση του «πρώτου προσώπου» – η βεβαιότητα πως ό,τι βιώνω είμαι «εγώ» που το βιώνω.

Ο Damasio υποστηρίζει πως για να αισθανόμαστε πρωτογενώς ότι έχουμε εαυτό

ο οποίος προσδίδει υποκειμενικότητα και συνέχεια στην εμπειρία μας, πρέπει να υπάρχουν στον εγκέφαλό μας κάποιοι χάρτες, οι οποίοι θα δημιουργούνται και θα ανανεώνονται διαρκώς, ως προς κάτι σχετικά σταθερό.

Έτσι, θα χρησιμεύουν στον νου, ως ένα ασφαλές σημείο αναφοράς προκειμένου να συνδέει τις διαφορετικές εικόνες που δημιουργεί και να τις ανανεώνει ανάλογα με το εκάστοτε υλικό που του προμηθεύουν οι αισθήσεις. Η σταθερότητα αυτής της αναφοράς θα προσδίδει τη συνέχεια καθώς και μία επίσης σταθερή αίσθηση ταυτότητας και υποκειμένου στις πράξεις μας.

Τον ρόλο αυτού του σταθερού σημείου αναφοράς, δεν μπορεί να παίξει κάποιος χάρτης

που γίνεται με υλικό από την «έξω» φυσική πραγματικότητα. Ο λόγος είναι πως, αν οι αισθήσεις, οι οποίες προμηθεύουν αυτό το υλικό δυσλειτουργήσουν, ο σταθερός αυτός χάρτης θα είναι παραμορφωμένος. Δεν υπάρχει καμία βέβαιη σύνδεση ανάμεσα σε ό,τι βλέπω αυτή τη στιγμή και στο πώς αυτό σχηματοποιείται στον εγκέφαλό μου – ανά πάσα στιγμή η σύνδεση αυτή μπορεί να μεταβληθεί.

Επίσης, επειδή ολόκληρο το σώμα μου αλλάζει διαρκώς, σε όλα τα επίπεδα, το σχήμα του δεν είναι κάτι σταθερό. Επομένως ούτε η χαρτογράφηση της εξωτερικής μας εικόνας καλύπτει τις ανάγκες σταθερότητας του χάρτη που αναζητούμε.

Όμως υπάρχει κάτι λιγότερο ή περισσότερο σταθερό, που σχετίζεται με το σώμα μας.

Είναι οι εσωτερικές του λειτουργίες, η χημεία του σώματός μας. Αποτελούν ένα λίγο έως πολύ σταθερό, έμφυτο σύστημα, γιατί, μεγάλες αποκλίσεις αυτών των λειτουργιών, σημαίνουν αρρώστια ή θάνατο.

Έτσι, ο εγκέφαλός μας, για να συνθέσει τον πρωτογενή εαυτό μας, κατασκευάζει χάρτες εκπληκτικής ακρίβειας των μικρομεταβολών που συμβαίνουν διαρκώς στο εσωτερικό των σωμάτων μας, καθώς αλληλεπιδρούμε με τον κόσμο και οι αισθήσεις μας εισάγουν διαρκώς νέα ερεθίσματα.

Όλα όσα πραγματικά συμβαίνουν στο σώμα μας, αντιστοιχούν επακριβώς σε ό,τι αυτοί οι ακριβέστατοι χάρτες απεικονίζουν πως συμβαίνει στο σώμα μας.
Άλλωστε, γι’ αυτό οι περιοχές του εγκεφάλου, που ρυθμίζουν τις διαφορετικές λειτουργίες του σώματος στις καταστάσεις που βιώνουμε, εμπιστεύονται αυτές τις τρομερά ακριβείς χαρτογραφήσεις του εσωτερικού του.

Έτσι, είναι αυτοί ακριβώς οι χάρτες που συνθέτουν τη βάση

για να αναπτυχθεί μία θεμελιώδης αίσθηση ύπαρξης σε πρώτο πρόσωπο, δηλαδή, τα πρώτα μη συνειδητά επίπεδα ενός κατά τον Damasio «πυρηνικού εαυτού» (“proto” – “core self”), o οποίος χαρακτηρίζει όλους εμάς τους ανθρώπους από τη στιγμή που γεννιόμαστε.

Από αυτή τη σωματική και μη συνειδητή βάση, πηγάζει αργότερα η ανάπτυξη όλων των πτυχών της πιο σύνθετης και συνειδητής πλέον υπαρξιακής μας αυτοσυναίσθησης (του τρόπου με τον οποίο ορίζουμε στα ανώτερα επίπεδα του νου μας την ύπαρξή μας).

Οπότε, αυτή η καθημερινά αυτονόητη βεβαιότητα ότι είμαι ο «ιδιοκτήτης» (το υποκείμενο) της εμπειρίας μου, στην ουσία, δεν είναι διόλου αυτονόητη, αλλά βασίζεται στο σώμα μου.

Με άλλα λόγια:

***(α) δεν μπορεί να υπάρχει «εαυτός» χωρίς το σώμα μας και
***(β) όλοι μας διαθέτουμε μια στοιχειώδη ενσώματη υποκειμενικότητα (με τη λέξη «ενσώματη» δεν εννοώ ότι η υποκειμενικότητά μας διαθέτει σώμα, αλλά μόνο ότι βασίζεται στο σώμα μας).

Ώς εδώ, είδαμε το πώς αυτή η τόσο ιδιαίτερη και πρωτογενής σύμπραξη μη συνειδητών νοητικών και σωματικών διαδικασιών, γεννά ένα είδος στοιχειώδους αυτοσυναίσθησης (ένα είδος θεμελιώδους, «βασικής» επίγνωσης).

Ανακεφαλαιώνοντας, γνωρίσματα αυτού του ενσώματου «είμαι», που είναι ο πρωτογενής εαυτός μας, είναι τα εξής:

*** (α) Δημιουργείται με τη γέννησή μας.

*** (β) Είναι η βάση της ίδιας μας της αυτοσυναίσθησης και δεν αντιστοιχεί σε κάποια αφηρημένη, άυλη οντότητα που υπάρχει εκτός της φυσικής πραγματικότητας – δεν υπάρχει μέσα μας ως κάτι αόρατο και υπερβατικό.

*** (γ) Συνεχίζει να υφίσταται σε όλη μας τη ζωή, ως η σταθερή αόρατη βάση επάνω στην οποία δομούμε σε πολλαπλά επίπεδα, καθώς προχωρούμε ηλικιακά, τις πολύ συνθετότερες μορφές εαυτού της ενήλικης ζωής μας (Gallagher & Zahavi, 2012), μέσα από τη συλλογική ζωή με άλλους ανθρώπους.

*** (δ) Μας δίνει την αίσθηση ότι είμαστε οι ιδιοκτήτες της εμπειρίας μας, είναι κάτι σαν «έκτη αίσθηση», μία αίσθηση πως είμαι πάντα εγώ, ο ενσώματος εγώ, ο δρων παράγοντας σε ό,τι και αν κάνω.

*** (ε) Θεμελιώνεται μέσω της καταγραφής των μικρομεταβολών που συμβαίνουν στο εσωτερικό των σωμάτων μας καθώς κινούμαστε μέσα στον κόσμο και αλληλεπιδρούμε με τα πράγματα και τους άλλους γύρω μας. Κι αυτό σημαίνει ότι, για να σχηματιστεί αυτός ο πυρηνικός εαυτός, στηριζόμαστε σε αισθήσεις και κίνηση («κιναισθησία»). Επίσης, σε πολύ μεγάλο βαθμό, χρησιμοποιούνται εκπληκτικοί μηχανισμοί μη συνειδητής επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους, τα λεγόμενα «κατοπτρικά συστήματα».

*** (ζ) Είναι μη συνειδητός και συνιστά προϋπόθεση κάθε εμπειρίας μας. Δηλαδή, δεν ισχύει πως μπορούμε να γυρίσουμε έναν διακόπτη, να διακόψουμε τη ροή της εμπειρίας μας, να στραφούμε και να «ρίξουμε μια ματιά» μέσα μας για να τον ανακαλύψουμε: ο στοιχειώδης αυτός εαυτός, δεν είναι παρατηρήσιμος νοητικά.

Εδώ, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως μία ανάλογη με το είδος μας θεμελιώδη και μέσω του σώματος δημιουργούμενη στοιχειώδη επίγνωση έχουν, σε ακόμα πιο πρωτογενή επίπεδα, και πολλά είδη ζώων (Yontef, 1993).
Απλώς, εμείς αναπτύσσουμε αυτήν την επίγνωση περαιτέρω, γιατί έχουμε την ικανότητα της σκέψης (Edelman & Tononi, 2000) και γιατί οι εγκεφαλικές μας δομές έχουν τη δυνατότητα να προωθούν την επεξεργασία της εμπειρίας μας σε ανώτερα (συνθετότερα) επίπεδα στα οποία συμμετέχει η συνείδησή και ο νους μας.

 

Γ. Το «βιωμένο» σώμα.
Ο πρωτογενής εαυτός μας βασίζεται στο ότι ο εγκέφαλος μας χαρτογραφεί αδιαλείπτως

τις μικρομεταβολές της χημείας του σώματός μας καθώς κινούμαστε μέσα στον κόσμο και αλληλεπιδρούμε με τα πράγματα.

Οπότε, αυτή η στοιχειώδης μας αυτοσυναίσθηση, έχει άμεσα να κάνει:
*** (α) με το πώς οργανώνουμε τον χώρο στην αντίληψή μας,
*** (β) με τη δράση μας εντός του,
*** (γ) με τη βασική αίσθηση του πώς και πού είναι το σώμα μας – με το ποια είναι η θέση και η στάση μας.

Γι’ αυτό, η βασική αυτοσυναίσθησή μας λέγεται ότι είναι «ιδιοδεκτική» (“proprioceptive”), δηλαδή στηρίζεται σε πληροφορίες τις οποίες ο εγκέφαλος παίρνει από το ίδιο μας το σώμα, έτσι ώστε ο καθένας μας να ορίζει τη σχέση του με το σώμα του (Spinelli, 2005, σ. 83).
Επίσης, για πολλούς είναι και «κιναισθητική» (“sensorimotor”), δηλαδή στηρίζεται σε πρωταρχικές αισθήσεις που παράγει η κίνησή μας.

Το γεγονός ότι αυτή η επίγνωση παράγεται μέσω του σώματός μας και σχετίζεται με τη θέση και τη στάση του, έχει την εξής συνέπεια: ενώ κινούμενοι στον κόσμο παίρνουμε τη θέση των παρατηρητών των αντικειμένων του, δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο για το σώμα μας.

Αυτό συμβαίνει γιατί σε ό,τι και αν κάνουμε, πάντα «είμαστε» εκ των προτέρων το σώμα μας. Για την ακρίβεια, «είμαστε» ήδη το σώμα μας, προτού κάνουμε οτιδήποτε με αυτό, ακόμα και προτού το παρατηρήσουμε ή σκεφτούμε οτιδήποτε γι’ αυτό.

Με άλλα λόγια, σε όλα όσα κάνουμε στη διάρκεια της ζωής μας, κάθε στιγμή, προτού λειτουργήσουμε ως ένας εαυτός ανεπτυγμένος σε ανώτερα επίπεδα συνειδητότητας, ήδη υπάρχουμε ως ένας πρωτογενής εαυτός.

Έτσι, δεν μπορούμε να αναπτύξουμε με τη συνείδησή μας μία θέση θέασης του ίδιου μας του σώματος,

σαν να ήταν αντικείμενο: δεν μπορούμε να το δούμε από απόσταση, γιατί, για να το δούμε με οποιονδήποτε τρόπο, ήδη έχει καλυφθεί η προϋπόθεση πως «είμαστε» το σώμα μας.

Θα λέγαμε ότι το φυσικό σώμα μας είναι από μία μεριά το σώμα – αντικείμενο: ένα σώμα το οποίο στη νευρολογία, τη φυσιολογία, την ανατομία, το τοποθετούμε απέναντι, το αγγίζουμε, το κόβουμε, το μελετούμε.

Από την άλλη μεριά, επειδή η πρωταρχική επίγνωση του «είμαι» είναι ενσώματη, δεν μπορούμε να δούμε το δικό μας σώμα όπως ένα οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο.
Οπότε, το σώμα του καθενός μας, γίνεται αυτομάτως φορέας νοημάτων και, από ένα εξωτερικό αντικείμενο, πάντα μετατρέπεται στο «δικό» μου, το «βιωμένο σώμα».

Κάθε στιγμή που αναφέρομαι στο «δικό μου» σώμα, η έννοια του σώματος παύει να με χωρίζει από τον κόσμο.

Αναγκαστικά, ό,τι και αν πω για το σώμα μου, αντιπροσωπεύει τον πρωτογενή τρόπο με τον οποίο «είμαι» μέσα στον κόσμο (Gallagher & Zahavi, 2012).

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ιδιοδεκτική και κιναισθητική επίγνωση του «εγώ είμαι» υπάρχει πάντα, «σιωπηλά», σαν ένα είδος «φόντου», σε ό,τι κάνουμε, άσχετα αν δεν την αντιλαμβανόμαστε.
Δηλαδή, όταν απλώνω το χέρι μου να πιάσω ένα ποτήρι, η προσοχή μου εστιάζεται στον στόχο της πρόθεσής μου.
Γνωρίζω ότι απλώνω το χέρι μου και τι θέλω να κάνω, αλλά εστιάζομαι στον στόχο της πρόθεσής μου και όχι στα επιμέρους στοιχεία της κίνησής μου ή στην ενσώματη ταυτότητά μου.

Είναι σαν το βιωμένο σώμα, σαν αυτή η πρωταρχική ενσώματη αίσθηση του «είμαι» να «τραβιέται πίσω», στο φόντο, ώστε να δίνομαι ολόκληρος, συγκεντρωμένος, με όλη μου τη δεξιότητα στην πράξη μου – σε ό,τι μού είναι άμεσα απαραίτητο στην καθημερινή μου κίνηση.
Είναι σαν το σώμα μου να παραμένει μόνον αόρατα και σιωπηλά παρόν, αφού μάλλον βιώνεται διαρκώς σε ένα θεμελιώδες μη συνειδητό επίπεδο, παρά γίνεται «κατα-νοητό” σε ανώτερα επίπεδα του νου και στη συνείδησή μου (Gallagher & Zahavi, 2012).

Τελικά,

η υποκειμενική μας πραγματικότητα, σε κάθε γωνιά της, είναι «ενσώματη» – δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τα κύτταρα και τους χυμούς των σωμάτων μας.
Και το σώμα, όχι μόνο δεν θεωρείται ως αποσχισμένο από το υποκείμενο που διαμορφώνει την όποια γνώση του κόσμου, αλλά θεωρείται το ίδιο ως το πρωταρχικό γνωστικό υποκείμενο.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

**Damasio,  A.  (1999). The  feeling  of what  happens: Body  and emotion in the making of consciousness. New York: Harvest Books.

**—–(2014) [FIAP Congress in Riva. Videoreport published on October 15, 2014, Southern California University]. Self comes to mind. A dialogue with Antonio Damasio. Retrieved from https://www.youtube.com/watch?v=8LD13O7dkHc

**Edelman, G., & Tononi, G. (2000). Consciousness. How matter becomes imagination. London: The Penguin Press.

**Gallagher, S., Zahavi, D. (2012) The Phenomenological Mind. Routledge. London and New York

**Spinelli. E. (2005). The interpreted world: An introduction to Phenomenological Psychology. London: Sage.

**Yontef, G. (1993). Awareness, Dialogue and Process. Essays in Gestalt Therapy. Highland, New York: The Gestalt Journal Press, Inc.


 

Εγγραφή στο Newsletter

You can change your mind at any time by clicking the unsubscribe link in the footer of any email you receive from us, or by contacting us at petrosthu@gmail.com. We will treat your information with respect. For more information about our privacy practices please visit our website. By clicking below, you agree that we may process your information in accordance with these terms.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here: https://mailchimp.com/legal/

 Newsletter Permissions * :