Χασίμο Κιραμότο: από το «μωβ στο γαλάζιο» [απόσπασμα 1]

1
Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς του συνέβη κάτι τέτοιο.

Ένα καλειδοσκόπιο ανθρώπων περνούσε μπροστά από το παράθυρό του. Πώς έγινε και από όλο εκείνο το σκηνικό ανθρώπινων κορμιών ξεπήδησε αυτή και σφήνωσε μέσα του;

Ο δρόμος του, αν και όχι ιδιαίτερα κεντρικός, ήταν πολυσύχναστος. Βρισκόταν στο όριο δύο μεγάλων και διαφορετικών περιοχών της πόλης και η ώσμωση έσπρωχνε διαρκώς ανθρώπους από τη μία μεριά στην άλλη. Πρόσωπα που πρόβαλλαν για λίγο καθώς πλησίαζαν στο παράθυρό του και φανερωνόταν από διάφορες γωνίες, ώσπου σε λίγο να φανεί το πίσω μέρος του κεφαλιού. Άλλα σκυμμένα να μετράν βήματα, άλλα κοιτάζοντας μπροστά να είναι κολλημένα σε κάποιον πραγματικό ή φανταστικό προορισμό, άλλα προφίλ να χαζεύουν τις βιτρίνες ή να μιλούν μεταξύ τους. Κορμιά μικρά, μεγάλα, φαρδιά, στενά, πλησίαζαν και φανέρωναν λεπτομέρειες, λέπταιναν καθώς διασταυρωνόταν σε προφίλ με το βλέμμα του, και μετά γινόταν πλάτες. 

Ένα σκηνικό προσώπων και κορμιών που έπλεαν στο μήκος του πεζοδρομίου ή διέσχιζαν τον δρόμο όλες τις ώρες. Ένα πλούσιο σκηνικό  που ανανεωνόταν ασταμάτητα και μπλεκόταν με κάθε λογής οχήματα σε κίνηση, με αυτοκίνητα παρκαρισμένα, με την υγρασία και το καυσαέριο της πόλης.

Κι αυτός, στο θεωρείο του.

Στον πρώτο όροφο, το γραφειάκι του πλάι στο παράθυρο με το διπλό τζάμι, κάθε τόσο σήκωνε το κεφάλι από τις μεταφράσεις του και κοιτούσε για λίγο έξω. Δεν εστίαζε έντονα ούτε κάπου συγκεκριμένα. Άνοιγε το βλέμμα του κι περιλάμβανε στο οπτικό του πεδίο όλο το κινούμενο τοπίο ανθρώπων και οχημάτων.

Κάπου – κάπου μια λεπτομέρεια έπαιζε για λίγο χαρούμενα με την προσοχή του. Ένα πρόσωπο να χαμογελά, ένα άλλο παγωμένο, ένα κορμί που βάδιζε σαν άλογο που τριποδίζει, αλλά ποτέ δεν άφηνε κάπου το βλέμμα του για πολλή ώρα. Δεν σκεφτόταν τίποτα Ήσυχος, ασφαλής στο θεωρείο του, απολάμβανε την εξουσία του σε όλο αυτό το σκηνικό: όποτε ήθελε, γυρνούσε με μία ελάχιστη κίνηση το κεφάλι του και βυθιζόταν ξανά στη δουλειά του. Ο Σεθ δεν ήταν γριά κουτσομπόλα που πλήττει. Ο Σεθ είχε ζωή. Απλώς τον ξεκούραζε να γίνεται κάπου – κάπου ηδονοβλεψίας του έξω κόσμου.

Πώς έγινε και ξαφνικά αυτή, η συγκεκριμένη και απολύτως αυτή, ξεπήδησε σαν πέτρα που εκσφενδόνισε η πραγματικότητα και διαπέρασε το τζάμι του παραθύρου του χωρίς να το σπάσει; Ούτε καν φαινόταν καθαρά το πρόσωπό της. Εντελώς αναίτια, η μορφή της πετάχτηκε ένα πρωί από το ουδέτερο έξω φόντο κι αιχμαλώτισε βάρβαρα, απόλυτα και ανελέητα το βλέμμα του. Όχι μόνο την ώρα που διαρκούσε το πέρασμά της. Αλλά για όλες τις ώρες της μέρας. Και της νύχτας. Θαρρείς από πάντα. Για πάντα.

Ο καιρός περνούσε γρήγορα και όλος ο χρόνος του Σεθ συμπυκνωνόταν στο μονόπλευρο ραντεβού του μαζί της. Αν ο Σεθ γινόταν ολόκληρος λόγια, θα ήταν κάπως έτσι – ίσως όχι ακριβώς, αλλά σίγουρα με τον αέρα της παραδοχής μιας ήττας απόλυτης που συνοδεύει κάθε αναγκαστική παράδοση:

«Τη βλέπω. Την παραμονεύω και σήμερα από το παράθυρο. Διασχίζει τον δρόμο με μεγάλα, φωτεινά βήματα, παλιομοδίτικα ντυμένη, όπως πάντα. Τα χνάρια της, για ώρα λάμπουν χρυσαφιά στην άσφαλτο. Μένουν στο βλέμμα μου, χάδι ευγενικό για ό,τι ήθελα, θέλω και πιθανότατα θα θέλω».

(Χασίμο Κιραμότο, «Το μωβ στο γαλάζιο», 2004) – απόσπασμα 1

Εγγραφή στο Newsletter

You can change your mind at any time by clicking the unsubscribe link in the footer of any email you receive from us, or by contacting us at petrosthu@gmail.com. We will treat your information with respect. For more information about our privacy practices please visit our website. By clicking below, you agree that we may process your information in accordance with these terms.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here: https://mailchimp.com/legal/

 Newsletter Permissions * :