Στις Σκιές του έρωτα: γάμος χωρίς νυμφίους, πένθος χωρίς νεκρό [ενδεικτικά προ της έκδοσης αποσπάσματα]

Το βιβλίο αυτό είναι ο 1ος αυτόνομος τόμος της τριλογίας “…στους αιρετικούς της αγάπης: τα μάτια που με κοίταξαν” (η έκδοση αυτού του 1ου τόμου σχεδιάζεται για τα μέσα του 2021)

Οι άλλοι δύο τόμοι θα έχουν τα θέματα: ο 2ος τον σεξουαλικό πόθο και ο 3ος τη συντροφική σχέση αγάπης, διάρκειας και δέσμευσης

Ένα βίντεο από ομιλία μου με τις κεντρικές περί έρωτος ιδέες μου, οι οποίες θεμελιώνουν και αυτό το βιβλίο, βρίσκεται εδώ:


Τα αποσπάσματα έχουν να κάνουν με την εισαγωγή, για τη φύση του έρωτα.
[Σε ό,τι ακολουθεί δεν υπάρχει ομαλή συνέχεια, αφού πρόκειται για επιλογές παραγράφων)

Σπεύδω να διευκρινίσω πως, λέγοντας «έρωτας» στις επόμενες σελίδες, ΔΕΝ εννοώ:

(α) κάποιο εφηβικού τύπου «ανώριμο» συναίσθημα που μας ζαλίζει μέχρι να συνετιστούμε και να ωριμάσουμε μεγαλώνοντας,

(β) κάποια γενική και αφηρημένη ζωική δύναμη που μας σπρώχνει ενθουσιώδεις και ορεξάτους προς ένα γενικό και αόριστο άνοιγμα στη ζωή,

(γ) κάποια υποτιθέμενα «ώριμη» και «βαθιά» αγάπη που μυστηριωδώς, παρότι γερνά, καταφέρνει να μένει ολοζώντανη και σπαρταριστή μπόλικες δεκαετίες – μία ομολογουμένως πανέμορφη περίπτωση σχέσης, η οποία όμως δεν έχει τίποτα να κάνει με το πώς εννοώ εδώ τον έρωτα. 

Ο έρωτας που θα περάσει με τα φτερά του από τις επόμενες σελίδες, είναι μία βαθύτατη και πολυδιάστατη εμπειρία που περιλαμβάνει ανάγκες, αισθήματα, σκέψεις και αισθήσεις αναφερόμενες σε κάποιο άλλο, απτό πρόσωπο.

Στην ουσία ο έρωτας, κάποια γνωρίσματα του οποίου μ’ ενδιαφέρει να αναδυθούν παρακάτω, είναι ένα βαθύτατο υπαρξιακό δράμα ζωής και θανάτου.

Ένα δράμα που ξετυλίγεται ως προς απολύτως συγκεκριμένα χαρακτηριστικά κάποιου ξεχωριστού Άλλου, μοναδικού και μονάκριβου για τον κάθε ερωτευμένο και ικανού για πολλά πράγματα. Ας πούμε:

* Να στοιχειώνει τον ερωτευμένο και να του γεννά μία αβάσταχτη ανάγκη προσκόλλησης, ανίκητης εξάρτησης, καθώς και αβυσσαλέα αγωνία στην παραμικρή πιθανότητα μιας επικείμενης εγκατάλειψης.

* Να του γεννά την παράλογη βεβαιότητα ότι γνωριζόταν από πάντα με τον Άλλον, ότι η συνάντησή τους ήταν ένα μοιραίο γεγονός του οποίου την εξέλιξη τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει.

* Να τον λούζει με τη σχεδόν μεταφυσική σιγουριά μιας αρμονίας και μιας βαθύτατης οικειότητας, που δεν δικαιολογείται από το πόσο και πώς γνωρίζει τον Άλλον.

* Να τον υπνωτίζει με τη βεβαιότητα πως έχει κλέψει και κατέχει κάτι από τον ίδιο τον πυρήνα της ύπαρξής του, αφήνοντάς τον αθεράπευτα λειψό – οπότε, και μόνο με το χάδι της ματιάς του Άλλου, τα θραύσματα ενός σπασμένου κόσμου κάθονται αυτομάτως στη θέση τους, ξανα-συναρμολογώντας ιδανικά και σε μία μόνο στιγμή τις εικόνες ολόκληρης της ζωής του ερωτευμένου.


Το «ωκεάνιο» αίσθημα.

Όταν και για όσο είμαστε μέσα στην κοιλιά της μάνας μας, τυλιγμένοι από μία πανταχού παρούσα μήτρα, ζούμε σε έναν Παράδεισο: ως έμβρυα, τρεφόμαστε διαρκώς και επαρκώς.

Επίσης, ο νους και η συνείδηση δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί. Δεν μπορούμε να πούμε «εγώ είμαι»· ούτε να παρατηρήσουμε αυτό το «εγώ είμαι» στην οθόνη του νου μας, να το καταλάβουμε νοητικά – όπως συμβαίνει στην ενήλικη ζωή μας. Δεν μπορούμε να το συγκρίνουμε, να το αξιολογήσουμε, να το τοποθετήσουμε μέσα σε ένα περιβάλλον, απλούστατα γιατί για εμάς δεν υπάρχει «εγώ» και «περιβάλλον», αφού εμείς και το μητρικό σώμα είμαστε ένα και το αυτό.

_____

Σ’ εκείνη την πρώτη εποχή μας λοιπόν, ζούμε απολύτως «χωνεμένοι» σε μία ολότητα, ανήκουμε σε αυτήν και, μάλιστα, χωρίς να βιώνουμε καμία απολύτως αίσθηση ορίων, δηλαδή διαφοράς, από ό,τι μας περιβάλλει. Η μήτρα της μάνας μας είναι το κόσμος μας ολόκληρος, είναι μία συμπαντική αρχέγονη «μήτρα» (“matrix”), μία ολόκληρη Εδέμ στη διάθεσή μας, ενώ, ταυτόχρονα, εμείς είμαστε οργανικό της συστατικό.

Από μία ενήλικη σκοπιά, θα λέγαμε ότι, τότε, βιώνουμε ένα κατά τον Freud ωκεάνιο αίσθημα (ή μέθη), μία ποιότητα μυστικιστικής ωκεάνιας ένωσης με τα πάντα, μία ολοκληρωτική κατάργηση των ορίων του «εγώ» και «μη εγώ». Μία αίσθηση που προσομοιάζει τη θρησκευτική εμπειρία, κατά την οποία ο μύστης νιώθει ένα με το σύμπαν, καθώς η ατομική του ύπαρξη χάνεται σαν σταγόνα που πέφτει στον ωκεανό (Ehrenzweig, 1971, σ. 294).


Όταν κάποιες από τις όψεις του εαυτού μας δεν αντέχονται γιατί περιλαμβάνουν έντονα και απειλητικά συναισθήματα, τις απομονώνουμε έξω από τη συνείδησή μας.

Για παράδειγμα, μια οργή που αν εκραγεί θα διαλύσει ό,τι αγαπώ, είναι προτιμότερο για την επιβίωσή μου να μην τη συνειδητοποιώ· μία λύπη, ένα πένθος, ένας τρόμος που θα με καταπιούν, είναι επίσης προτιμότερο να μένουν εκτός συνείδησης – και πάλι για την επιβίωσή μου.

Αυτά όλα, βέβαια, γίνονται αυτόματα και κυρίως μη συνειδητά. Είναι ένας μηχανισμός αυτοπροστασίας του οργανισμού μας, ο οποίος προκύπτει από ολόκληρη την ύπαρξη και όχι συνειδητά από τον νου και τη σκέψη.

Για την περιγραφή αυτού του νοητού και μη συνειδητού έσω «χώρου» μας στον οποίο αποθηκεύονται και παγώνουν αυτές οι ανεπιθύμητες, οι απειλητικές όψεις του εαυτού, μου αρέσει πολύ ο όρος «Σκιά». Τον όρο αυτόν εισήγαγε ο Καρλ Γιουγκ, όμως εγώ τον χρησιμοποιώ και αναπτύσσω με τον δικό μου τρόπο (βλ. το βιβλίο μου «Η Σκιά: ο σιωπηλός σύντροφος στο ταξίδι της ζωής»).

Η Σκιά δεν είναι κάποιο φάντασμα που μας στοιχειώνει ή κάποια αυτόβουλη οντότητα, ούτε ακριβώς το Φροϋδικό ασυνείδητο ή η «απώθηση». Η Σκιά βρίσκεται πέρα από τη συνείδηση και τον νου μας, είναι μέρος του αχανούς μη συνειδητού μας χώρου. Παρεμπιπτόντως, σημειώνω ότι σήμερα έχουμε δεδομένα που μας λένε πως το νοητικό μας μέρος είναι περίπου μόνο το 12% της ύπαρξής μας – το υπόλοιπο 88% είναι μη συνειδητό, μη λεκτικό και έχει να κάνει μόνο με συναισθήματα και αισθήσεις (δηλαδή θεμελιώνεται στο σώμα μας – Stern, 2004).


Έρχονται περίοδοι που η νοσταλγία της πρώτης ζεστασιάς, της ασφάλειας, της ξεκούρασης σε μία μήτρα πρόθυμη και ικανή να μας εμπεριέχει,

γίνεται η πλημμύρα μιας ασυγκράτητης ανάγκης να ξαναβρούμε στο παρόν μας ένα αντίγραφο, ένα υποκατάστατο αυτής της μήτρας.

Τότε, ζητούμε κάτι που σημειώνει ο Μπερνάντο Σοάρες (2007) και μου άρεσε πολύ, κι ας μην αναφερόταν στον έρωτα όταν το έγραφε: Μια αγκαλιά για να κλάψω, αλλά μια αγκαλιά πελώρια, χωρίς μορφή, πλατιά σαν νύχτα καλοκαιρινή, κι ωστόσο κοντινή, ζεστή, γυναικεία, δίπλα σ’ ένα τζάκι… Να μπορώ εκεί να κλάψω πράγματα ασύλληπτα, αποτυχίες που δεν ξέρω καν ποιες είναι, τρυφερότητες ανύπαρκτων πραγμάτων και μεγάλες αμφιβολίες που φέρνουν ρίγος δεν ξέρω ποιου μέλλοντος.

Πώς όμως γεννιέται μέσα μας αυτή η τάση «επιστροφής» σε έναν τόσο αρχαίο τρόπο παρηγοριάς; 

Όπως και να το κάνουμε, ξεκινήσαμε να υπάρχουμε μέσα στη μήτρα εκείνη. Το εντύπωμα της, ακριβώς επειδή τίποτα άλλο δεν είχε ακόμη εγγραφεί επάνω μας, είναι σαν πάντα να παραμένει γύρω μας· ένας αόρατος μανδύας, μια αόρατη αύρα ενός άλλου χρόνου, ενός άχρονου χρόνου, που συνοδεύει διακριτικά τον ενήλικο δικό μας, βιωμένο και μετρήσιμο χρόνο.

Ωστόσο, αυτή η αύρα δεν είναι κάποια συνειδητή μνήμη· επειδή στον εμβρυϊκό μας χρόνο δεν είχαμε ακόμη νου για να θυμόμαστε οτιδήποτε νοητικά, είναι περισσότερο μία ακαθόριστη και πολύ βαθιά αίσθηση που ενεγράφη μόνο ως σωματική μνήμη, στα κύτταρά μας.


Ο έρωτας, το ωκεάνιο αίσθημα και μια παράδοξη νοσταλγία για κάτι που δεν ζήσαμε ακόμα.

Ακόμα λοιπόν και αν η δική μας φυσική μάνα, μετά τη γέννα, μας κακοποιούσε ως παιδιά ή αδιαφορούσε αντί να παρηγορεί και μας πλήγωσε θανάσιμα, εμείς δεν παύουμε να έχουμε διάχυτη τη γεύση της ουσίας μιας αρχέγονης μήτρας, η οποία μας αγκάλιαζε προτού καν γεννηθούμε, άσχετα από το τι έκανε ή δεν έκανε μετά τη γέννα η φυσική μάνα.

Πρόκειται για μία αίσθηση, μία ακατάλυτη μνήμη φωλιασμένη στον πυρήνα μας· μια γλυκόπικρη νοσταλγία για κάτι που δεν θυμόμαστε με τον νου μας ότι υπήρξε, η οποία όμως βρίσκεται πάντα «εκεί», πλημμυρίζοντάς μας με μία σπαρακτική, αν και ακαθόριστη, κυτταρική βεβαιότητα πως αυτό το κάτι, αν και άγνωστο για τον νου μας, ήδη βιώθηκε.

Όμως, ο νους μας δεν υπήρχε ακόμα στην εμβρυϊκή μας εποχή. Οπότε, αυτό που ήδη βιώθηκε και μας σφράγισε βαθιά σε συναισθηματικό – σωματικό επίπεδο, δεν πήρε σχήμα στην τωρινή μας ενήλικη νοητική μνήμη.

Όπως όταν κάποιες φορές μυρίζουμε ένα άρωμα και μας πλημμυρίζει ένα κύμα συναισθήματος και αισθήσεων – χωρίς όμως να θυμόμαστε πού, πώς, πότε είχαμε ξαναμυρίσει αυτό το άρωμα. Όπως το λειψό αίσθημα που αφήνει ένα όνειρο του οποίου τον απόηχο νιώθουμε να μας συγκλονίζει όταν ξυπνούμε, αλλά δεν θυμόμαστε απολύτως τίποτα από αυτό.

Ζήσαμε λοιπόν κάτι πλήρως, ως έμβρυα, το οποίο έχει εγγραφεί στο σώμα μας, αλλά δεν το θυμόμαστε νοητικά γιατί τότε δεν είχαμε νου για να συμβάλλει στην εγγραφή της μνήμης μας. Δεν θυμόμαστε λοιπόν με τον νου μας το βίωμα της ωκεάνιας μέθης, αλλά αυτό είναι «εκεί», μέσα μας – και τώρα φαντάζει λειψό, αφού στην ενήλικη υπόστασή μας προστέθηκε ο νους, ο οποίος ήταν ανύπαρκτος στην εμβρυϊκή μας εποχή.


Και έτσι γεννιέται το παράδοξο ενός ιδανικού και λογικά αδύνατον να συμβεί γεγονότος.

Επειδή, αναζητώντας εκείνο το ακαθόριστο ωκεάνιο αίσθημα, δεν μπορούμε να το αναπαράγουμε στο τώρα μας μια που δεν είμαστε πλέον έμβρυα, αναδύεται, καθώς μεγαλώνουμε, μία προσμονή. Ότι εκείνη η αίσθηση της αφομοίωσής μας σε ένα όλον «θα» έρθει κάποτε από το μέλλον, στην ενήλικη πλέον ζωή μας, ως ενήλικη εμπειρία.

Μία εμπειρία, η οποία τόσο θα διαθέτει το ζητούμενο αρχαίο ωκεάνιο αίσθημα όσο και θα είναι αντιληπτή από τον νου μας – τον οποίον δεν διαθέταμε ως έμβρυα. 

Το αποτέλεσμα; Γεννιέται μία παράδοξη, γλυκόπικρη νοσταλγία για κάτι που ζήσαμε μεν ολόκληρο, αλλά σε μια εποχή που δεν ήμασταν όπως είμαστε τώρα, ως ενήλικες. Οπότε, στο τώρα μας νιώθουμε λες και δεν το ζήσαμε ακόμα πλήρες· σαν, εντελώς παράλογα για το συνειδητό μας μέρος, να νοσταλγούμε σταθερά, από τα βάθη της ύπαρξής μας, κάτι που δεν ζήσαμε ακόμα… 

Για το λογικό μας, αυτή η ιδιότυπη εμπειρία είναι παράδοξη: λες και μας πλημμυρίζει υπόγεια η νοσταλγία για κάτι το οποίο έχουμε κιόλας προ πολλού αποχαιρετίσει, ενώ ακόμα ξετυλίγεται στο παρόν μας.

Βέβαια, στην καθημερινή ζωή, δεν γίνεται να νοσταλγώ κάτι που δεν έχω ζήσει ακόμα… Ωστόσο, μεγαλώνοντας, λόγω της διαφορετικής βάσης της εμβρυϊκής και της ενήλικης μνήμης μας, η διαρκής αίσθηση ότι μια τέτοια μήτρα, ένα προστατευτικό κουκούλι γύρω μας «υπάρχει» ή «θα έπρεπε να υπάρχει», είναι εγγενής, φυσιολογική, διάχυτη σε όλα μας τα μόρια και σε κάθε γωνιά των εσωτερικών μας τοπίων.

Και είναι αυτή η αίσθηση που τείνει να αναπαραχθεί στην ενήλικη ζωή μας, για να ανακουφιστούμε από τα κάθε λογής τεκταινόμενα στη σχέση με τη Σκιά μας.   

Με άλλα λόγια, όταν συμβαίνει να βιώνουμε στην υποκειμενική μας πραγματικότητα μία ενήλικη εκδοχή του ωκεάνιου αισθήματος, λες και επιστρέψαμε στην υγρή σπηλιά της εμβρυϊκής μας κατοικίας, εκκινεί αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «έρωτα». Να λοιπόν ένα 1ο συστατικό στοιχείο του πυρήνα του έρωτα: η εντονότατη ανάγκη αναπαραγωγής της κυτταρικά οικείας και ταυτοχρόνως νοητικά άγνωστης αρχέγονης μήτρας, που μας έριξε σ’ αυτόν τον κόσμο. Και επειδή κάθε ανάγκη διαθέτει εξ ορισμού μία ενέργεια που μας ωθεί να την ικανοποιήσουμε, σ’ αυτό το 1ο συστατικό του έρωτα, ενυπάρχει και ένα μεγάλο μέρος της ενεργειακής του πηγής, η οποία γεννά τις ισχυρότατες τάσεις και φορτίσεις που τον χαρακτηρίζουν.


Το παράδοξο αυτό φαινόμενο, η γλυκόπικρη νοσταλγία για κάτι που δεν ζήσαμε ακόμα,

θεωρώ ότι είναι ο λόγος για τον οποίο, ακόμα και αν η φυσική μας μάνα ήταν ανίκανη να ανταποκριθεί στον τεράστιας σημασίας συμβολικό της ρόλο, παραμένει ζωντανή η εξιδανικευμένη εκδοχή της. Μία εκδοχή η οποία  προσδοκούμε να μας χαρίσει το ωκεάνιο αίσθημα που γνωρίσαμε ως έμβρυα, προτού καν σχετιστούμε με το φυσικό πρόσωπο της μάνας – η οποία μπορεί να μας φέρθηκε σκληρά, ιδιαιτέρως αν η ίδια δεν ήθελε ή δεν επέλεξε να μας εμπεριέξει.

Εκεί, στην υπέρβαση της φυσικής μάνας και στη διάσταση του «ανήκω ολόκληρος στο όλον που με ξεπερνά», οι στρεβλώσεις της πιθανά παραμορφωμένης φυσικής μας μάνας χάνονται, τα κενά γεμίζουν, η μορφή αποκαθίσταται εξαϋλωμένη σε κάτι υπερβατικό.

Στην ουσία, φυσικά, κανένα από τα ελαττώματα ή τα εγκλήματα της φυσικής μας μάνας δεν «διορθώνεται» ακριβώς· μάλλον εξατμίζεται το νόημά τους, γιατί εμείς ξεπερνούμε το φυσικό πρόσωπο της μάνας, στρεφόμαστε στην εξιδανίκευσή της – κάτι που μπορούμε να κατασκευάσουμε μέσα μας, ακόμα και αν μισούμε τη φυσική μας μάνα ή δεν της «συγχωρούμε» τίποτα.

Αυτή η εξιδανίκευση είναι εφικτή, γιατί δεν αναζητούμε το φυσικό πρόσωπο, αλλά το απόσταγμά του, την ουσία που μέσα της κάποτε χωρούσαμε ολόκληροι κι ατόφιοι. Μάλιστα, όσο πιο «κακιά» αποδείχτηκε η φυσική μάνα, τόσο περισσότερο εξιδανικεύεται ως αρχέγονη μήτρα από την οποία γεννηθήκαμε, τη θαλπωρή της οποίας τείνουμε να χρειαζόμαστε σε κρίσιμες καμπές της ζωής μας και στις αναταράξεις της σχέσης μας με τη Σκιά μας.

Και βέβαια, λέγοντας «μάνα» σ’ αυτήν την υπερβατική διάσταση ολότητας πέρα από την πραγματική μάνα, δεν εννοούμε μόνο κάποια απαραιτήτως θηλυκή οντότητα. Ούτε το προνόμιο της αναζήτησής της το έχουν μόνο οι άντρες.

Η ανάγκη του ανήκειν σε μία αρχαία μήτρα του παντός, χαρακτηρίζει άντρες και γυναίκες εξίσου, γιατί όλοι και όλες μας υπήρξαμε έμβρυα. Αναφέρεται σε μια γενικώς γονεϊκού τύπου μήτρα, η ανάγκη της οποίας προφανώς θρέφει και οποιοδήποτε θρησκευτικό αίσθημα.


Ζώντας σε ένα σύμπαν αέναων μεταμορφώσεων και μη στατικών σχέσεων των πάντων μεταξύ τους, χρειαζόμαστε μία αίσθηση κέντρου μέσα μας:

ότι πατούμε γερά εδώ που πατούμε, ότι διατηρούμε σχετικά συμπαγή την προσωπική μας πραγματικότητα. Αυτό το «κέντρο βάρους» μάς προσδίδει συνοχή, ταυτότητα, ώστε να μην χανόμαστε στη διαρκή κίνηση καθώς ασταμάτητα αλληλεπιδρούμε με τα πράγματα.

Όταν για οποιονδήποτε λόγο, φανερά ή εντελώς υπόγεια, αυξάνεται η φόρτιση της Σκιάς μας και εμείς προσπαθούμε να απορροφήσουμε τις εντάσεις, οι δονήσεις μέσα μας μεγαλώνουν. Ταρακουνιόμαστε εκ θεμελίων. Και είναι φορές που «γέρνουμε» κάπως περισσότερο προς τον κόσμο, γιατί αυξάνει το εύρος της ταλάντωσής μας. Γέρνουμε και γέρνουμε, ώσπου βγαίνουμε από τη βάση μας, από το οικείο μας οικοπεδάκι.

Μοιάζουμε με μολύβια που παλεύουν να σταθούν όρθια διαγράφοντας άγαρμπους κύκλους με στήριγμα τη μύτη τους, σαν μεθυσμένα – και πέφτουν. Μοιάζουμε με ακροβάτες που αναζητούν ισορροπία μετά από μια κακή στιγμή – και δεν τη βρίσκουν. Έτσι κι εμείς, θέλουμε από κάπου να πιαστούμε, κάτι να γίνει, για να βρούμε παρηγοριά και να πάψουν οι κλυδωνισμοί.

Για την ακρίβεια, δεν γέρνουμε απλώς προς τον κόσμο. Η ταλάντωσή μας μεγαλώνει τόσο, που «πέφτουμε» μέσα στον κόσμο, εγκαταλείπουμε τη βάση μας. Δεν επαρκούμε για να χωρέσουμε τον εαυτό μας, ό,τι είμαστε «περισσεύει», σαν σταφύλια  που ξεχειλίζουν σε στενή πιατέλα. Ένα παιδί, μεγαλώνοντας, ξεχειλίζει από όσα γίνονται μέσα του και δεν καταφέρνει  να εμπεριέξει τον εαυτό του – γι’ αυτό και χρειάζεται κάποιον ως μία βοηθητική επέκταση της πιατέλας στην προηγούμενη εικόνα. Ανάλογα, χρειαζόμαστε να προσαρτηθούμε σε κάτι ευρύτερο που να μας χωρά, καθώς χαμένοι, αποπροσανατόλιστοι, νιώθουμε ότι χάσαμε το κέντρο μας και το αναζητούμε για να αποκαταστήσουμε την ολότητά μας, για να ξαναγίνουμε πλήρεις.

Ωστόσο, το να τρέχουμε έξω από το οικείο μας οικόπεδο, αναζητώντας αυτό που νιώθουμε ότι μας λείπει, είναι κίνηση, έντονη κίνηση· οπότε, αυτή η στροφή μας προς τα έξω, διαθέτει υψηλότατες δόσεις ζωικής ενέργειας. Διαθέτει μια ενέργεια δράσης, που είναι σπινθήρας διέγερσης, ώστε να  συντηρείται η προς τα έξω κίνησή μας.

Η φόρτιση λόγω αυτής της ενέργειας ζωής ζητά κανάλια για να διοχετευτεί, να κυλήσει. Χρειάζεται να πλάσει μορφές στον έξω κόσμο, καλούπια που να τη χωρέσουν, ώστε να εκτονωθεί· και είναι φυσικό να θέλουμε να πέσουμε «στα μαλακά», ώστε να απορροφηθεί η ενέργεια της πτώσης μας.

Κι έτσι, στον κάθε έρωτα που αρχίζει να σφυρηλατείται μέσα μας, η υψηλής τάσης ενέργεια της ανάγκης να βουλιάξουμε στο αντίστοιχο μιας «μητρικής μήτρας», γίνεται ενέργεια δράσης η οποία παράγει κίνηση προς τα έξω και η οποία συνιστά ένα 2ο συστατικό του πυρήνα του έρωτα. Γι’ αυτό και ο έρωτας είναι πάντοτε συνυφασμένος με μία ανήσυχη ματιά πέρα και «έξω» από μένα, σημαδεμένη από αναστάτωση, μεγάλη διέγερση και, συχνά ανυπόφορη, ένταση.

Οπότε, να και μία σπουδαία 1η αντίφαση του έρωτα, η οποία συμβάλλει επίσης στην ενεργειακή του φόρτιση.

Από τη μία μεριά είναι υψηλής έντασης ενέργεια δράσης η οποία, αναζητώντας μορφές και υποδοχές για να διοχετευτεί, μάς κινεί προς τα έξω, προς τα μπροστά, προς ένα αρχικά απροσδιόριστο και επερχόμενο από το μέλλον, «κάπου».

Από την άλλη μεριά, ταυτόχρονα, επειδή αυτή η ανάγκη ελλοχεύει στα έσχατα βάθη μας, μάς ταξιδεύει προς τα έσω, προς τα πίσω στον χρόνο, κατά  μήκος μιας επιστροφής προς την παρελθοντική μας αφετηρία, επιδιώκοντας να συνθέσει μορφή από το υλικό μιας κυτταρικής πανάρχαιας μνήμης.

Ο έρωτας φαίνεται να είναι μία δύναμη προς πάσα κατεύθυνση στον χρόνο (παρελθόν – μέλλον) και στον χώρο (στο έσω και το έξω μας).


Πέφτοντας μέσα στον κόσμο, είναι φορές που σαστισμένοι, κατάπληκτοι από το ανεπάντεχο, βλέπουμε να εμφανίζεται ένα άλλο ανθρώπινο ον,

το οποίο βαφτίζουμε κατάλληλο ως «υλικό» για να φτιάξουμε μια μορφή στην οποία θα διοχετεύσουμε την ενέργεια δράσης μας. Συνθέτουμε ένα «ον» σαν «αγκαλιά πελώρια», που να μπορεί να χωρέσει αυτήν την ενέργεια κι εμάς μαζί, επιστρέφοντάς μας μία αίσθηση ασφάλειας και μαζί το χαμένο μας κέντρο.

Για την ακρίβεια, επιλέγουμε κάποιον από τους ανθρώπους που συναντούμε εμπράκτως ή στη φαντασία μας και επινοούμε, μέσω διαφόρων μηχανισμών, έναν «παραλήπτη» μας, ικανό να γίνει ο υποδοχέας που χρειαζόμαστε (για τα κριτήρια της καταλληλότητας αυτού του είδους και την επιλογή μας, θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω). Στην πράξη, πέφτουμε, αλλά στην υποκειμενική μας εμπειρία  νιώθουμε ότι κάποιος μας πιάνει κι έτσι γλιτώνουμε τα τρομερά συναισθήματα της πτώσης – βέβαια, αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως και τα πράγματα έτσι συμβαίνουν.

Είναι όπως κάποιος που έχει πέσει από ένα πανύψηλο γκρεμό και, βλέποντας το αμείλικτο έδαφος να πλησιάζει ταχύτατα, φαντάζεται ότι πετά ή κάτι μαγικό έρχεται και τον σηκώνει απαλά.


Στην περίπτωση της δικής μας πτώσης, το μαγικό στοιχείο που επινοούμε είναι ο έρωτας για κάποιον συγκεκριμένο Άλλον.

Καθώς λοιπόν πυροδοτείται ο έρωτάς μας, η ενέργεια δράσης μας βρίσκει κανάλι αποφόρτισης· η κίνησή μας αποκτά προσανατολισμό, κατεύθυνση, συγκεκριμένο στόχο. Και επειδή χρειαζόμαστε απεγνωσμένα αυτήν την κατεύθυνση με τελικό στόχο της τον Άλλον, θεωρούμε ότι ο εκάστοτε τυχερός επιλαχών για εμάς Άλλος, κατέχει το χαμένο μας κέντρο. Νιώθουμε πως μόνο αν ενωθούμε μαζί του, θα το ανακτήσουμε.

Εξ ου και η έλξη που νιώθουμε είναι ακατανίκητη. Δεν ησυχάζουμε. Η φόρτιση που προσδίδει η ενέργεια δράσης μας που γίνεται κίνηση, είναι πολύ μεγάλη – τόσο, που υπνωτίζει κι εμείς χανόμαστε, θολώνουμε. Η πραγματικότητα χάνει τα περιγράμματά της, τα οποία διαρκώς τρεμοπαίζουν, όπως γίνεται όταν ο αέρας κυματίζει πάνω από την πυρωμένη άσφαλτο σε Αυγουστιάτικο καύσωνα. Είμαστε σαν μεθυσμένοι.

Για την ακρίβεια, βρισκόμαστε ήδη στην ωκεάνια μέθη, βυθιζόμαστε ήδη σε μία ενήλικη προσομοίωση της μήτρας που ήταν η εμβρυϊκή μας κατοικία· εκεί, όπου περιγράμματα και διαφορές εξαφανίζονται.

Βέβαια, στην ενήλικη εκδοχή αυτού του βιώματος, τα πράγματα ποτέ δεν μπορεί να είναι ακριβώς όπως ήταν «τότε» – απλούστατα γιατί δεν είμαστε πια έμβρυα.

Ωστόσο, όταν ερωτευόμαστε κάποιον «εκεί έξω», μεθούμε και ταυτοχρόνως έχουμε τη βαθιά βεβαιότητα ότι μπήκε «εδώ μέσα» και μας λήστεψε. Αυτή η ανάγκη συμπλήρωσης, σε μία ευρύτερη και πιο αφηρημένη κλίμακα, συμβολοποιείται υπέροχα σε μύθους και παραμύθια όλων των παραδόσεων – πέτρες, ζώα, δέντρα, καρποί και πολλά άλλα στοιχεία του κόσμου μας, γίνονται σύμβολα δύναμης, που μόνο αν κάποιος (ή ένα ολόκληρο βασίλειο) τα έχει, μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να ευημερεί. Ανάλογα, κι εμείς, νιώθουμε ότι μόνο αν ανακτήσουμε το χαμένο κέντρο μας, μπορούμε να επιβιώσουμε – ασχέτως αν η απώλειά του είναι μόνο δική μας αίσθηση.


Αυτό ακριβώς το σημείο είναι κατ’ εμέ καθοριστικό για τη φύση του έρωτα.

Όταν πέφτοντας γέρνουμε προς τον κόσμο, η κίνησή μας, αρχικά, μπορεί να είναι προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Είμαστε ένα σημείο και μπροστά μας ανοίγεται μια ολόκληρη βεντάλια δυνατοτήτων κίνησης. Μόλις όμως εντοπίσουμε τον ορισμένο Άλλον που θα βαφτίσουμε ως το «δίχτυ ασφαλείας» στην πτώση μας, η βεντάλια αυτή κλείνει απότομα και στοχεύει πλέον αποκλειστικά μόνο προς ένα άλλο σημείο, τον Άλλον, στον οποίο συμπυκνώνεται, για εμάς, το σύμπαν ολόκληρο.

Σχηματικά, έχουμε ένα σημείο και ένα άνοιγμα [· <  ] και αμέσως μετά, το άνοιγμα που γίνεται σημείο [> · ] – όλη δηλαδή αυτή η φάση ανάπτυξης του έρωτα, είναι  [· < > · ]

Κι έτσι, ο έρωτας, από το να αντιστοιχεί απλώς στην ανάγκη μας για μια «αγκαλιά πελώρια» και να είναι μία αόριστη κίνηση ανοίγματος προς τα έξω, δημιουργείται μία ορισμένη πλέον κατεύθυνση κίνησης. Δηλαδή, προσανατολιζόμαστε έντονα και ακαταμάχητα προς μία συγκεκριμένη και κατάλληλη αγκαλιά, «την» αγκαλιά κάποιου απολύτως συγκεκριμένου Άλλου, που λαχταρούμε να είναι ορθάνοιχτη για εμάς.

Αν το πούμε διαφορετικά, ένα 3ο πυρηνικό συστατικό του έρωτα, είναι ότι τείνει να στοχεύει «προς» κάποιον ορισμένο Άλλον, «προς» κάποια ορισμένη κατεύθυνση παρηγοριάς· ταυτόχρονα πλάθει τον Άλλον, του δίνει μορφή, γνωρίσματα, ιδιότητες, που μας μαγνητίζουν με τρομερή δύναμη.


Εάν θέλετε μία 2μηνη περίπου σύντομη ενημέρωση

σχετικά με αυτά που κάνω (video-κείμενα, ομιλίες-ομάδες, βιβλία, “Διαμέρισμα 5”, Πολύτεχνο, Playback θέατρο, εργαστήρια, συμπράξεις – συνεργασίες), παρακαλώ σημειώστε το e-mail σας σ’ αυτήν τη φόρμα. Δεν είναι απαραίτητο το όνομα.

http://eepurl.com/dBRg81

Εγγραφή στο Newsletter

You can change your mind at any time by clicking the unsubscribe link in the footer of any email you receive from us, or by contacting us at . We will treat your information with respect. For more information about our privacy practices please visit our website. By clicking below, you agree that we may process your information in accordance with these terms.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here: https://mailchimp.com/legal/

 Newsletter Permissions * :