el web-page contents will be updating till January 2019
el web-page contents will be updating till January 2019

Σκέψεις για τα “ΠΛΥΜΕΝΑ ΛΑΒΑΡΑ” της Μαρίας Κανδύλη

Σκέψεις για τα 

“ΠΛΥΜΕΝΑ ΛΑΒΑΡΑ”

ένα βιβλίο της Μαρίας Κανδύλη [εκδόσεις  ΤΥΡΦΗ]

_____________

 

*** Κάποια στιγμή, προς την άνοιξη του 2018, επισκέφτηκα στον χώρο του τον Κώστα Τέλιο, που είναι ο υπεύθυνος των εκδόσεων ΤΥΡΦΗ. Πλάι στο γραφείο του, είχε εκτεθειμένα σε όμορφα μικρά τριποδάκια από ξύλο τα βιβλία των εκδόσεων.

Ανάμεσά τους, ένα βιβλίο με κεντρικό θέμα εξωφύλλου το κεφάλι μιας γυναίκας, σε σκίτσο, που φορούσε μια αποκριάτικη προέκταση μύτης. Το κεντρικό αυτό θέμα ήταν πεταμένο εδώ κι εκεί στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο, ίσιο, στο πλάι, ανάποδα. Ανάμεσα στις επαναλήψεις του μοτίβου του σκίτσου, καμπυλωτά γραμμένα, ο τίτλος του βιβλίου για το οποίο γράφω αυτό το κείμενο και το όνομα της δημιουργού του.

 

*** Θυμάμαι ότι στάθηκα στην ίσως λίγο βαριά λέξη “πλυμένα”. Μου έφερε συνειρμικά στο νου (δεν ξέρω γιατί) βρόμικια πιάτα και φλιτζάνια, ρούχα, λέρες στο πάτωμα, δύσκολους λεκέδες – όχι κάποιο καθαρό σώμα (μάλλον αυτό το έχω συνηθίσει να λέγεται “λουσμένο”). Επιπλέον, το “πλυμένα” ερχόταν κάπως ειρωνικά με τον ηρωικό ίσκιο της λέξης “λάβαρα”.

Αυθόρμητα, κοιτώντας και την παράξενη αποκριάτικη μύτη του γυναικείου κεφαλιού στο εξώφυλλο, σκέφτηκα “Τι άραγε ‘ξεπλένει’ αυτή η γυναίκα; Ή, από τι ξεπλένεται η ίδια; Πώς έγινε και χρειάστηκε να ξεπλυθεί; Ήταν άραγε περήφανη για κάποια λάβαρα; Και πώς αυτά βρόμισαν και πώς τα ξεπλένει;”

Μου έκανε εντύπωση ότι το “πλυμένα” συνδυάστηκε μέσα μου με το ρήμα “ξεπλένω”, ως την τελική φάση ενός σαπουνίσματος που κάτι καθαρίζει, και όχι με τη λέξη “ξεπλυμένα”, που με πήγαινε σε κάτι χλωμό, άτονο. Φυσικά πήρα το βιβλίο, και στις επόμενες μέρες το απόλαυσα· τόσο, που αν και πέρασαν κάποιοι μήνες, νιώθω ότι “χρωστώ” στα ίδια και τη δημιουργό τους μία κατάθεση με κάτι από αυτά που μου προκάλεσαν.

 

*** Τα κείμενα της Κανδύλη είναι μικρά πεζά (σε επίπεδο φόρμας), ως επί το πλείστον σε πρώτο πρόσωπο. Όμως για μένα, επιπλέον, βρίσκονται πολύ κοντά στο ύφος της πεζής ποίησης – ένα είδος που λατρεύω. Κάποια είναι διηγήματα. Άλλα θυμίζουν ημερολόγιο ως καταγραφές σκέψεων και αισθημάτων. Και κάποια τείνουν πιο φανερά προς την ποίηση, ολόκληρα ή με ξαφνικά ποιητικά περάσματα που ξεπηδούν εν μέσω μιας στρωτής αφήγησης, ανατρέποντας ύφος και ρυθμό. “Νιώθω δήμιος που κάποιον θα καταδικάσει. Πρέπει να ντύσω το γυμνό σώμα μου. Θέλω να ντύσω τη γυμνή ψυχή μου” (θα μπορούσαν να ήταν στίχοι και ένα αυτόνομο ποίημα).

Ωστόσο, ανεξάρτητα από τα παραπάνω, μπορώ να δω τα κείμενα της Κανδύλη και αλλιώς “ποιητικά”. Για μένα, η “ποιητικότητα”, πέρα από το να είναι το κυρίαρχο γνώρισμα, των ποιημάτων, είναι μια γεύση, μια “ειδική θέση θέασης” της ζωής και των πραγμάτων. Συγκεκριμένα, είναι μια ξεχωριστή ματιά σε κάτι, η οποία αναδεικνύει μια επίσης ξεχωριστή όψη ή λεπτομέρεια αυτού του κάτι.

Έτσι, από αυτήν την άποψη, τα κείμενα της Κανδύλη είναι για μένα σαφέστατα κι εντονότατα “ποιητικά”, με έναν τρόπο ήρεμο, σίγουρο και γοητευτικό. Μιλούν σχεδόν παντού για ανθρώπους, αντικείμενα, καταστάσεις από ακριβώς εξαιρετικά “ξεχωριστές θέσεις θέασης”: “Θέλω ένα δικό μου αποτσίγαρο, ντυμένο με το αποτύπωμά μου να βρεθεί εκεί στην άκρη του πεζοδρομίου, να μπερδευτεί με τα άλλα, της νύχτας και δίπλα τους να στοιβαχτούν αναμνήσεις και αμαρτίες που θα ζήσουν έως τις έξι το πρωί”. Ή, το κόκκινο κουρελάκι ανάμεσα σε κρεμασμένα μαύρα και άσπρα ρούχα, το οποίο, “ακαθόριστης χρησιμότητας προσπαθεί να μου τραβήξει την προσοχή”. Όσον αφορά ειδικότερα στα αντικείμενα, αποκτούν μια άλλη διάσταση στο φόντο επάνω στο οποίο παρουσιάζονται: αποτσίγαρο, κόκκινο κουρελάκι, σπασμένο πιάτο, στάλες βροχής, ένα λεύκωμα χωρίς εξώφυλλο, ένας τοίχος και άλλα πολλά απτά στοιχεία πραγματικότητας, φανερώνονται από ξεχωριστές θέσεις θέασης  αντανακλώντας στην καθημερινότητα την ιδιόμορφη ποιητικότητά τους.

 

*** Κάτι που δεν μου αρέσει καθόλου σε κανενός είδους έντεχνο γραπτό λόγο, είναι η χρήση γενικών και αφηρημένων εννοιών – δεν μπορώ να συντονίσω μαζί τους συγκεκριμένο δικό μου εσωτερικό υλικό και, γι’ αυτό, κουράζομαι. Πλήττω αφόρητα κι εκνευρίζομαι με ποιήματα ή κείμενα εξ ολοκλήρου στημένα επάνω σε λέξεις, δηλώσεις, εκφράσεις γενικού κι αόριστου σημαινόμενου, όπως  “αγάπη”, “ελευθερία”, “σου έδωσα πολλά”, “η ζωή είναι δύσκολη ή ωραία”, “αυτό που θέλω”, “είναι δύσκολο να ξεπερνάς το εγώ σου” κλπ.

Τα “Πλυμένα λάβαρα”, ακριβώς λόγω της  ποιητικότητάς τους (για την οποία μόλις μίλησα), αναγκαστικά αποτελούνται κυρίως από λέξεις και εκφράσεις νοούμενες με πολύ συγκεκριμένες σημασίες. Φυσικά, ανάμεσά τους, δεν μπορεί παρά να υπάρχουν και γενικεύσεις στην έκφραση. Ωστόσο, Η Κανδύλη τις μεταχειρίζεται έτσι ώστε όχι μόνο να μην ενοχλούν αλλά να γίνονται και εκφραστικό εργαλείο. “Γεμίζεις τη ζωή με ανώφελες παρουσίες. Τόσες πολλές και όμως δεν φτάνουν να γεμίσουν την άδεια ψυχή” – αν συνέχιζε η παράγραφος σε αυτό το επίπεδο γενίκευσης, θα είχαμε κάτι βαρετό. Ωστόσο, μετά βλέπουμε “Τη σηκώνεις απαλά στο φως, μη τη σχίσεις, και βλέπεις διάσπαρτες τρύπες. Πότε έγιναν τόσες πολλές;” Ή, διαβάζουμε “Χειμωνιάτικες βόλτες στη θάλασσα, μοναχικές περιπλανήσεις, πάντα κέρδος” – αυτό είναι μία στακάτη και δυνατή δήλωση, χωρίς συνδετικά και άρθρα. Αν διατυπωνόταν “Πάντα κερδίζεις κάτι από τις χειμωνιάτικες βόλτες στη θάλασσα και τις μοναχικές περιπλανήσεις”, θα ήταν ίσως διδακτικό και αισθητικά λιγότερο ενδιαφέρον.

Έτσι, γενικές και αφηρημένες λέξεις και εκφράσεις, γίνονται απλώς τουβλάκια για να χτιστούν εικόνες συγκεκριμένες και ποιητικές· γίνονται εργαλείο αντίστιξης του ειδικού με το γενικό, σαν να ανοιγοκλείνει η εστίαση φακού φωτογραφικής μηχανής – κάτι που προσδίδει κίνηση και ρυθμό στα τοπία που φωτογραφίζονται.

 

*** Και μια που λέμε για ρυθμό, ο ρυθμός είναι επίσης ένα γνώρισμα αυτών των κειμένων. Φράσεις κοφτές, μικρές, εναλλάσσονται με φράσεις μεγαλύτερες, που ξεδιπλώνονται άνετα και αργά. Η στίξη παίζει έξυπνα. Άλλοτε με την πειθαρχία της μαρκάρει ρυθμικά μοτίβα. Άλλοτε, όμως, απουσιάζει εντελώς προκειμένου να διευκολυνθεί η ροή – απουσιάζει ακόμα κι από εκεί που κάποιος θα τη θεωρούσε απαραίτητη – “Μάταιος αγώνας σχεδόν χάραξε κι εγώ παλεύω ανώφελα με τα σεντόνια”.

 

*** Γενικώς, υπάρχει μία δομή στην έκφραση, που στηρίζει με σιγουριά τα νοήματα. Τώρα, αν σκεφτώ με τι έχουν να κάνουν αυτά τα νοήματα, θα έλεγα ότι η όλη ατμόσφαιρα στα “Πλυμένα λάβαρα” είναι καθαρά υπαρξιακή.

Για να είμαι σαφής, ξεκινώ από την ιδέα ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε όντα μοναδικά γιατί, μόνο και μόνο λόγω της κατασκευής μας, κάθε στιγμή της εμπειρίας μας είναι μοναδική και είναι αδύνατον να ανα-βιωθεί ή να τη μοιραστούμε πλήρως με άλλους ανθρώπους. Αυτή βέβαια η βαθιά αίσθηση μοναδικότητας και η οντολογικού χρώματος απομόνωση, η λεγόμενη “υπαρξιακή μας μοναξιά”, ουδόλως σημαίνει ότι δεν μπορούμε να συναντιόμαστε μεταξύ μας και να σχετιζόμαστε διαπροσωπικά· άλλο η υπαρξιακή μοναξιά (είμαι ως ον μοναδικός άρα μόνος) και άλλο η διαπροσωπική μοναξιά (το να μην σχετίζομαι με τους άλλους). 

Η Κανδύλη ασχολείται επισταμένως με την μοναξιά μας ως υπάρξεις. Από τη μια μεριά, ενδοσκοπεί στη μοναδικότητα, τις αντιφάσεις, την παραδοξότητα του εσωτερικού μας κόσμου και των στιγμών μας. Σε μια σελίδα η αφηγήτρια κοιτά το είδωλό της στον καθρέφτη, αναγνωρίζει “κάτι που δεν είμαι, αλλά θέλω πολύ να γίνω” και σε λίγο λέει “Της υπόσχομαι να έρθω ξανά. Όχι αύριο, όχι σε μια βδομάδα, αλλά σύντομα. Σύντομα να έρθω να τη βρω. Χαμογελά με επιείκεια, σχεδόν τρυφερά. Αυτό που βλέπει τώρα δείχνει ότι της αρέσει. ‘Πήγαινε’ μου ψιθυρίζει, ‘πήγαινε και όταν ξανάρθεις εγώ θα είμαι εσύ’”. 

Επίσης όμως, ασχολείται με την ανάγκη της συνάντησης με τον Άλλον στα χίλια του πρόσωπα. “Οι μοναχικοί άνθρωποι είναι σπάνιοι, γεννήθηκαν απλά για να κάνουν φτωχότερους όσους δεν προσπάθησαν να τους πάρουν τη μοναξιά. Αυτούς που εύκολα τους ξεχώρισαν και εύκολα τους απέφυγαν”.

 

*** Το σημαντικότερο ωστόσο, για μένα, είναι ότι δεν ζητά τη συνάντηση ως λύση, ως τέλος, ως ανακούφιση από κάτι. Στα κείμενα αυτά η συνάντηση είναι τόσο φυσική όσο και η μοναξιά. Υπάρχει διάχυτη μια αποδοχή για το μυστήριο της ύπαρξης αλλά και για τον συγκλονισμό που φέρνει κάθε γεύση ζωής – και η αποδοχή δεν είναι φιλοσοφική, είναι μέσα από βουτιά στη ζωή, τα γεγονότα της και τον αισθησιασμό που υπάρχει σε κάθε αναπνοή μας.

Στις σελίδες αυτού του βιβλίου τίποτα δεν είναι διδακτικό. Δεν υπάρχουν συμπεράσματα, τίποτα δεν βιώνεται ως “πτώση” από κάποιον χαμένο Παράδεισο. Είναι φωτογραφίες, στιγμιότυπα ζωής, χάντρες ενός κομπολογιού που απλά είναι αυτό που είναι: άγνωστο στη φύση του και συνάμα σαγηνευτικό.

Ασφαλώς, η ανθρώπινη κραυγή για το ακατανόητο της ύπαρξης υπάρχει συχνά στις σελίδες και συχνά είναι σπαρακτική. Ωστόσο δεν αποστάζεται σε ανερωτικές δήθεν πνευματικές διεξόδους. Ούτε σε αναζητήσεις κάποιου “ανώτερου σκοπού” ή προορισμού της ύπαρξης, σε άρνηση του σώματος που με τις ανάγκες του και τη θνητότητά του (για μένα την ένδοξη θνητότητά του), δήθεν εμποδίζει μια αυθαίρετα προς τα “πάνω” ανέλιξή μας ή την περίφημη “προσωπική ανάπτυξη”.

 

*** Ο ήχος που βγάζουν τα κείμενα είναι πάρα πολλών συχνοτήτων· διαθέτει απορία, αγωνία, χαρά, απόλαυση, θρήνο, περιέργεια, πτώση, άλματα όλο ενθουσιασμό και λαχτάρα, διάψευση, τόλμη για υπόκλιση μπροστά στις εσωτερικές μας αντιφάσεις, δικαίωση προσπάθειας, ανάγκη εξερεύνησης, ασφυξία επιβεβλημένων ρόλων, ανάγκη αλλαγής, βαθιές εισπνοές ανακούφισης, ξεκάθαρη υπέρβαση του για μένα ανόητου δίπολου αισιοδοξία – απαισιοδοξία, ανάγκη μετάβασης σε κάτι επόμενο (όχι αναγκαία συγκεκριμένο, απλώς “επόμενο”).

Εκτιμώ ιδιαιτέρως το ότι αυτός ο ήχος, αυτή η φωνή δεν αναλώνεται στον ίδιο της τον εαυτό, δεν καίγεται στην ίδια της τη φωτιά, δεν μιζερεύει σε γκρίνια, αδιέξοδα και θυματοποιημένο παράπονο που τα πράγματα είναι έτσι κι όχι αλλιώς.

Η φωνή του προσώπου που μιλά στα κείμενα της Κανδύλη δεν είναι επική και δεν αρθρώνει διαμαρτυρίες. Είναι όμως γενναία γιατί απλώς υπάρχει άμεσα, ζωντανά, τολμά να είναι αυτή που είναι, αποδέχεται τη σχετικότητά της μέσα σε έναν κόσμο που σελίδα – σελίδα φανερώνεται απρόβλεπτος, τεράστιος, ακατανόητος, ερωτικός, σαγηνευτικός και πολύχρωμος.

 

*** Τα γραπτά του βιβλίου χαρακτηρίζονται, όπως ήδη είπα, από γερή δομή στην έκφραση, ικανή να στηρίξει τη συνεχή, υπόγεια ροή τόσων και τόσων νοημάτων με τις τόσες αποχρώσεις, για τις οποίες μόλις μίλησα παραπάνω. Η ροή αυτή είναι γενικά αθόρυβη, “εκεί”, κάτω κι ανάμεσα από την επιφάνεια των γραμμών που διαβάζω, οι οποίες είναι λιτές, πολύ λιτές και συχνά φαινομενικά ήσυχες και όχι δραματικές. Φτάνει “εδώ”, επάνω, μόνο ένας μακρινός απόηχος της βαθιάς βοής που διαρκώς υπονοείται ως υπόγειο, δεύτερο κείμενο, κάτω από αυτό που αντιλαμβάνεται άμεσα ο λογικός και “κανονικός” μου νους, διαβάζοντας. Κάπου – κάπου όμως εκρήγνυται ανάμεσα από τις γραμμές της επιφάνειας του κειμένου, σαν πίδακας, ο αναβρασμός από τα βάθη – τότε, το κείμενο γίνεται, για μια-δυο φράσεις ή παραγράφους, έντονα δραματικό, φανερώνονται τα σπλάχνα, σπάει η ήσυχη επιφάνεια της κυριολεκτικής ανάγνωσης, λες και τη χτυπά κεραυνός εν αιθρία από τα κάτω.

 

*** Όσον αφορά στο ψυχολογικό κομμάτι της δημιουργίας του βιβλίου, έτυχε να μάθω πως τα “Πλυμένα λάβαρα” γράφτηκαν εκρηκτικά, μαζεμένα, χωρίς η Κανδύλη να έχει ξαναγράψει στο παρελθόν και, από τότε, ήταν σαν να άνοιξε ένας μαγικός κόσμος τον οποίον εξερευνά διαρκώς γράφοντας συστηματικά. Τα κείμενα του βιβλίου φυσικά δεν είναι ισοδύναμα μεταξύ τους, αλλά πάλι, το αποτέλεσμα είναι κάπως παράδοξο, αν σκεφτεί κανείς πως πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια γραπτής έκφρασης.

Ίσως, τότε, τεράστιες χθόνιες αλλαγές μέσα της, να την οδήγησαν σε μεγάλες ανακατατάξεις. Μάλλον για όλους μας ισχύει πως όταν έρχεται ο καιρός και βασανιστικά “αυτο-οργανώνονται” σε νέα σχήματα τα βαθύτερά μας κομμάτια (τα Τάρταρα του καθενός μας), ενίοτε ανοίγουν κανάλια που συνδέουν τα τρίσβαθα της ανθρώπινης ψυχής μας με τον νου μας. Το αποτέλεσμα είναι ότι εισρέει πολύ βαθιά ουσία της ύπαρξής μας στα κανάλια αυτά, η οποία, φτάνοντας στον συνειδητό μας νου μπορεί να πάρει σχήμα μέσω της έντεχνης έκφρασης –  όπως το μάγμα που κυλώντας από τον κρατήρα σιγά-σιγά στερεοποιείται. Μπορεί κάπως έτσι να έγινε και να προέκυψαν τα “Πλυμένα λάβαρα” με τη μορφή που έχουν, ακόμα και ως πρώτο δείγμα γραφής.

 

*** Κάτι που ενισχύει τα παραπάνω, είναι ότι, επίσης τυχαίνει, να ξέρω και το εξής: για την Κανδύλη συχνά είναι σχεδόν σαν να έγραψε κάποιος “άλλος” αυτά τα κείμενα. Όμως έτσι γίνεται. Επειδή το βαθύ μέσα μας είναι απροσπέλαστο για τον νου και την τάξη της  λογικής μας, όταν δικά μας πράγματα βαθύτατης προέλευσης καταφέρνουν να πάρουν σχήμα στον νου και το συνειδητό μας, αρχικά φαντάζουν “ξένα”, σαν να τα έφτιαξε κάποιος “άλλος”, ο οποίος δεν ανήκει στη συνηθισμένη μας αυτοσυναίσθηση. Γι’ αυτό και δεν είναι σπάνιο, ύστερα από δημιουργική έκσταση (και όχι μόνο καλλιτεχνική), κάποιοι να “σκίζουν”, να καταστρέφουν αυτό που δημιούργησαν – γιατί βιώνουν ως αλλότρια και απειλητικά τα ίδια τους τα κομμάτια που γέννησαν το δημιούργημα. 

Θέλει αρετή και τόλμη η αποδοχή του άγνωστου και ακατανόητου μέσα μας. Γι’ αυτό και, τελικά, ίσως τα “Πλυμένα λάβαρα” του βιβλίου αυτού (αλλά και του καθενός μας), κατά μία έννοια, να αντιστοιχούν στην ίδια η ύπαρξή μας που αποπειράται να “ξεπλένεται” διαρκώς από ό,τι την εμποδίζει να “είναι” η ουσία της…

Σε κάθε περίπτωση, σου εύχομαι Μαρία να χαίρεσαι με όλη σου την καρδιά αυτήν την επικοινωνία των σπλάχνων σου με το νοητικό σου μέρος. Και να παράγεις όμορφα πράγματα, με ουσία που φέρει τα έντιμα αποτυπώματα της προσπάθειάς σου να είσαι ό,τι γίνεσαι κατά τη διαδρομή σου στη ζωή και τις δημιουργικές σου αναζητήσεις.     

Πέτρος Θεοδώρου, Ιούλιος 2018

Εγγραφή στο Newsletter

You can change your mind at any time by clicking the unsubscribe link in the footer of any email you receive from us, or by contacting us at petrosthu@gmail.com. We will treat your information with respect. For more information about our privacy practices please visit our website. By clicking below, you agree that we may process your information in accordance with these terms.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here: https://mailchimp.com/legal/

 Newsletter Permissions * :